Παρασκευή, 16 Ιουλίου 2010

Καλή πτώση!

το κείμενο αυτό δημοσιεύτηκε στη "Lifo" (15.ο7.2ο10)


Το πρόβλημα των ελληνικών Media δεν είναι καινούριο. Στην Ελλάδα αρχικά ο Τύπος και στη συνέχεια τα ραδιοτηλεοπτικά media δεν ήταν ποτέ ανεξάρτητα. Το Μνημόνιο μεταξύ, ΔΝΤ –Τρόικας και Ελληνικής κυβέρνησης επιταχύνει την πτώση των ελληνικών media και σε λίγο καιρό μια νέα πραγματικότητα , σε επίπεδο περιεχομένου και ιδιοκτησίας, θα διαμορφωθεί. Από το “τσουνάμι που έρχεται με την ανεργία στον κλάδο των δημοσιογράφων να φτάσει το 50% και τις μειώσεις των αποδοχών έως και το 50% είναι φανερό πως όλα όσα γνωρίζαμε στα media θα αλλάξουν. Το ερώτημα είναι ποιοι θα επιβιώσουν.


Το μοντέλο για τον κλάδο των ΜΜΕ που επικράτησε στην Ελλάδα ήταν αυτό της βαθιάς εξάρτησης από το κράτος. Η διαπλοκή των συμφερόντων, έννοια που εισήγαγε ο Κωνσταντίνος Μητσοτάκης το Σεπτέμβριο του 1993 σε συνέντευξή του στην τότε ΕΤ1 λίγο πριν χάσει τις εκλογές, είναι αυτό που περιέγραφε τον κόσμο των Μέσων Ενημέρωσης ως αναπόσπαστο κομμάτι της κρατικοδίαιτης ανάπτυξης της χώρας. Η διαπλοκή σήμαινε ζημιογόνα media και κερδισμένοι επιχειρηματίες από τα δημόσια έργα, επιβάλλοντας ένα καθεστώς συναλλαγής και αυθαιρεσίας , μεταξύ των ιδιοκτητών και της εκάστοτε κυβέρνησης.

Τα στοιχεία είναι ενδεικτικά. Οι τηλεοπτικοί και οι ραδιοφωνικοί σταθμοί εκπέμπουν σήμερα χωρίς άδειες, με το λεγόμενο καθεστώς προσωρινής λειτουργίας. Οι τελευταίες τηλεοπτικές άδειες δόθηκαν το 1993, (λίγο μετά την πτώση της κυβέρνησης Μητσοτάκη) και οι άδειες των ραδιοφωνικών σταθμών το 2005. Η αρμόδια αρχή για τη Ραδιοτηλεόραση προτιμούσε, την περίοδο Σημίτη, εφαρμόζοντας το νόμο για το βασικό μέτοχο, να εκδίδει πιστοποιητικά διαφάνειας σε οικογένειες που ήταν και στα media και στα έργα, και να εγκρίνει μεταβιβάσεις ραδιοφωνικών σταθμών προς 100.000 ευρώ.... Ακόμα και σήμερα η μετάβαση στην επίγεια ψηφιακή τηλεόραση , σε αντίθεση με την υπόλοιπη Ευρώπη καρκινοβατεί , ενώ με εξαίρεση τους τηλεοπτικούς σταθμούς εθνικής εμβέλειας ουδείς άλλος πληρώνει για το σπάνιο δημόσιο πόρο των συχνοτήτων.

Η κρατική διαφήμιση είναι άλλο φωτεινό παράδειγμα πως τα media έχτισαν την εξουσίας τους με τα λεφτά των άλλων. Επί κυβέρνησης Καραμανλή, μια από τις εφημερίδες με τις χαμηλότερες πωλήσεις έκαναν στο πρώτο 8μηνο του 2009 πρωταθλητισμό στη διαφήμιση! Η κρατική τηλεόραση έφτασε να εισπράττει απευθείας από τους πολίτες 302 εκατ. ευρώ (στοιχεία 2009) με τη μορφή του ανταποδοτικού τέλους (4,24 ευρώ το μήνα ανά νοικοκυριό) , αλλά εξακολουθεί να είναι ζημιογόνος .Συνάμα παράγει αλλοπρόσαλλα προγράμματα, στηρίζει με την παροχή δωρεάν εικόνας τους ιδιωτικούς σταθμούς, παρέχει χωρίς διαφάνεια τεράστια ποσά σε κρατικοδίαιτες εταιρείες παραγωγής τηλεοπτικών προγραμμάτων και καθιέρωσε ένα καθεστώς που δουλεύουν οι λίγοι και κακοπληρωμένοι συμβασιούχοι για λογαριασμό των πολλών. Στην εικόνα ας προσθέσουμε και τον άγνωστο αριθμό των δημοσιογράφων που έχουν μια ή περισσότερες δουλειές στο δημόσιο, δίχως αυτά τα στοιχεία να δημοσιοποιούνται από τους φορείς ή τα υπουργεία. Το κράτος είναι εκείνο που στηρίζει σε ένα υψηλό βαθμό ΜΜΕ, και δημοσιογράφους.

Το μοντέλο των ιδιωτικών τηλεοπτικών σταθμών δεν είναι καλύτερο. Στην πλειονότητα τους , συνέβαλλαν στην αλλαγή του προτύπου της ελληνικής κοινωνίας , αραδιάζοντας τηλεοπτικά σκουπίδια στα μεσοαστικά σαλόνια. Από το 1989 όποτε μέσα σε μια νύχτα έγιναν από εκδότες ιδιοκτήτες τηλεοπτικών σταθμών χωρίς σχεδόν καμία υποχρέωση, απέκτησαν τεράστια πολιτική ισχύ, ξεκινώντας ένα ατέλειωτο βάλς με τους πολιτικούς. Αποκορύφωμα της σχέσης αυτής ήταν η εποχή της αποδοκιμασίας Σημίτη όταν τα δελτία ειδήσεων της εποχής εκείνης έπαιζαν μετά μανίας, στα πρώτα θέματα της επικαιρότητας ειδήσεις για τη Βίσση και τη Βανδή. Παράλληλα , εξαιτίας της μεγάλης αύξησης της δαπάνης διέθεσαν τεράστια ποσά, δημιουργώντας μια ελίτ παρουσιαστών δημοσιογράφων και διασκεδαστών με αποδοχές που ξεπερνούσαν το 1 εκατ. ευρώ. Το αποτέλεσμα δεν ήταν άλλο από τη δημιουργία ζημιογόνων επιχειρήσεων, με χαμηλή αισθητικής πρόγραμμα , με ακριβοπληρωμένα στελέχη, δημοσιογράφους καθοδηγητές και παρουσιαστές που κλαίνε καθημερινά για τις συντάξεις που χάνουν οι άλλοι!


Η σπατάλη αυτή δεν έγινε μόνο στο «λαμπερό» κόσμο τηλεόρασης. Οι ελληνικές επιχειρήσεις ΜΜΕ άντλησαν μπαίνοντας στο χρηματιστήριο από το 1998 περίπου 620 εκατ. ευρώ για να κάνουν επενδύσεις. Με εξαίρεση ένα , δύο συγκροτήματα που έκαναν ουσιαστικές κινήσεις ή απλώς κράτησαν τα χρήματα των αδαών μετόχων, οι υπόλοιποι εξαγόρασαν επιχειρήσεις χωρίς ουσιαστική αξία , αγόρασαν αέρα στο Internet υποσχόμενοι κέρδη από την φούσκα της «Νέας Οικονομίας» και ακόμη χειρότερα , χωρίς την έγκριση της γενικής συνέλευσης των μετόχων τους, έπαιρναν τα χρήματά τους και αγόραζαν ίδιες μετοχές! Το αποτέλεσμα ήταν και εδώ ζημιές και πλούσια στελέχη...

Όλοι πίστευαν πως τα media ήταν μια εύκολη δουλειά από το οποίο και χρήματα έβγαιναν και παραγόταν πολική ισχύς. Το παράδειγμα της συζύγου επιχειρηματία που αγόρασε μια εφημερίδα και υπερδιπλασίασε το κόστος λειτουργίας της με αποτέλεσμα να την κλείσει 3 χρόνια αργότερα είναι χαρακτηριστικό . Πολλοί αντιμετώπιζαν τα Μέσα όπως και μια άλλη οποιαδήποτε δουλειά, χωρίς να αντιλαμβάνονται πως πρώτον το παραγόμενο προϊόν είναι άυλο , και δεύτερον πως δεν όλοι διατεθειμένοι οι αναγνώστες να το πληρώσουν αν δεν είναι καλό.

Αυτή η συζήτηση για το περιεχόμενο των Μέσων, δεν γίνεται ακόμη και τώρα στις μέρες της κρίσης και του ΔΝΤ. Αν και πρόκειται για το πυρήνα του προβλήματος ειδικά για το Τύπο, εξαιτίας και της ταχείας εξάπλωσης του Internet, δεν υπάρχει καμία κρίση και διάλογος για το προϊόν που παράγεται. Οι ειδικοί θεωρούν πως είναι θέμα προσφορών για αυτό εξακολουθούν να δουλεύουν με βάση τις προσφορές σε ταινίες και CD- καταστρέφοντας και αυτό το χώρο- αντί να επενδύουν σε πρόσωπα για την ην παραγωγή σοβαρού δημοσιογραφικού προϊόντος .

Και το μέλλον; Το προφανές είναι πως πολλά ΜΜΕ θα κλείσουν. Οι ιδιοκτήτες των συγκροτημάτων ακόμη και αυτοί που έχουν υψηλό τραπεζικό δανεισμό έχουν διαβεβαιώσεις πως θα επιβιώσουν όμως όσο πέφτει η διαφημιστική δαπάνη σε συνθήκες ύφεσης, μαζί με τις κυκλοφορίες των εφημερίδων η πίεση θα είναι αφόρητη και οι απολύσεις απελευθερωμένες! Η εκτίμηση είναι πως το προσωπικό στα media θα μειωθεί κατά 30% με απολύσεις , μή ανανεώσεις συμβάσεων, συνταξιοδότηση στελεχών , ενώ οι αποδοχές θα μειωθούν έως και 50%. Ήδη, το πρώτο πείραμα με τον «ξαφνικό θάνατο» των 1.047 συμβασιούχων της ΕΡΤ, σε καθεστώς σιωπής από τα άλλα media, είναι ένα δείγμα γραφής. Μια άλλη λογική, θα έθετε ως προτεραιότητα την αλλαγή της φυσιογνωμίας των ελληνικών media, μέσα από ένα σοβαρό διάλογο μεταξύ κυβέρνησης , ιδιοκτητών και εργαζομένων στα ΜΜΕ. Αλλά, όλοι πιστεύουν πως πιστεύουν πως πρώτα θα καταρρεύσουν οι άλλοι. Οπότε καλή πτώση!

Κυριακή, 1 Νοεμβρίου 2009

Ο δικός μας αγώνας και η παρακμή των εντύπων

Του SERGE HALIMI, διευθυντή της Monde Diplomatique

Είκοσι χρόνια τώρα, η «Monde diplomatique» προαναγγέλλει τον σχηματισμό του κυκλώνα που σήμερα σαρώνει τις αίθουσες σύνταξης και αφήνει τα περίπτερα άδεια. Καθώς μάλιστα η ανάλυση των αιτίων δεν θωρακίζει από τα αποτελέσματα, η εφημερίδα μας υφίσταται και αυτή τις συνέπειες της γενικευμένης κακοκαιρίας.

Λιγότερο ίσως από άλλα έντυπα και με διαφορετικό τρόπο: δεν διακυβεύεται ούτε η επιβίωσή της, ούτε η ανεξαρτησία της. Λείπουν, όμως, τα μέσα για την αύξηση της κυκλοφορίας της.

Για να φωτίσουμε το μέλλον, για να πάρουμε μέρος με όλο μας το είναι στη μάχη των ιδεών, για να μεταδώσουμε, τέλος, σε νέους αναγνώστες τον τρόπο με τον οποίο βλέπουμε και αποκρυπτογραφούμε τον κόσμο, απευθύνουμε έκκληση σε εσάς.

Η κρίση του τύπου

Μετά την κλωστοϋφαντουργία, τη σιδηρουργία, τη βιομηχανία αυτοκινήτων, τώρα και ο τύπος! Οι εργάτες στις χώρες του Βορρά πλήρωσαν ακριβά τη μετατόπιση της παραγωγής προς το Νότο. Με τη μετοίκηση των αναγνωστών στο Ιντερνετ, οι δημοσιογράφοι, με τη σειρά τους, βλέπουν κι αυτοί τις δουλειές τους να χάνονται.

Θα μπορούσε να βγάλει κανείς το συμπέρασμα ότι το ένα οικονομικό μοντέλο εκτοπίζει το άλλο, να πει, αναστενάζοντας, ότι ρόδα είναι και γυρίζει, ότι έτσι είναι η ζωή. Ευθύς αμέσως, όμως, τίθεται ζήτημα δημοκρατίας.

Το αυτοκίνητο, μας λένε, δεν αποτελεί αναντικατάστατο δημόσιο αγαθό, είναι απλώς εμπόρευμα. Μπορούμε να το κατασκευάσουμε αλλού, αλλιώς ή να το αντικαταστήσουμε με κάποιο άλλο. Τίποτα πολύ σοβαρό, στο κάτω κάτω. Ενώ ο τύπος...

Ο τύπος διαθέτει ένα συγκριτικό πλεονέκτημα στο δημόσιο λόγο. Οταν κρίνει ότι απειλείται η ύπαρξή του, κρούει τον κώδωνα του κινδύνου πιο εύκολα από έναν εργάτη που το εργοστάσιό του ετοιμάζεται να κλείσει.

Και, για να συσπειρώσει τον καθένα υπό το λάβαρό του, δεν έχει παρά να ψάλλει το γνωστό τροπάρι: «Κάθε φορά που κλείνει μια εφημερίδα, πεθαίνει μαζί της κι ένα κομμάτι της δημοκρατίας».

Η δήλωση, ωστόσο, είναι παράλογη, γελοία ενδεχομένως. Αρκεί να πάει κανείς σε ένα περίπτερο για να διαπιστώσει ότι είναι δεκάδες τα έντυπα που θα μπορούσαν να σταματήσουν να υπάρχουν χωρίς να πάθει τίποτα η δημοκρατία. Οι δυνάμεις της ιδεολογικής τάξης θα έχαναν, μάλιστα, ορισμένα φέουδά τους σε μια τέτοια περίπτωση.

Κάτι τέτοιο δεν ακυρώνει τις ανησυχίες των δημοσιογράφων. Ωστόσο, είναι δισεκατομμύρια οι άνθρωποι στη Γη που δεν έχουν καμία ανάγκη, προκειμένου να υπερασπιστούν την εργασία τους, να την περιβάλλουν με άλλη αρετή πέραν του ότι τους εξασφαλίζει έναν μισθό.

Εδώ και μερικά χρόνια, η βιομηχανία του τύπου βρίσκεται σε παρακμή. Η δε δημοσιογραφία πάσχει από πολύ παλιότερα. Αραγε, η θεματολογία της ήταν όντως πολύ πιο θαυμαστή πριν από 20 χρόνια, όταν τα περισσότερα έντυπα αποτελούσαν σάκους γεμάτους διαφημίσεις και εισπρακτικές μηχανές; Ή όταν στις ΗΠΑ, τα μεγαθήρια «New York Times», «Washington Post», «Gannett», «Knight Rid-der», «Dow Jones», «Times Mirror» συγκέντρωναν είκοσι φορές μεγαλύτερα κέρδη από ό,τι έφερναν στην εποχή του Γουότεργκεϊτ, πάνω στο αποκορύφωμα της «αντιεξουσίας» (1);

Μήπως τότε, που είχαν τόσα μέσα στη διάθεσή τους και ετήσια κέρδη της τάξης του 30%, ενίοτε και 35%, ασκούσαν τη δημοσιογραφία με τόλμη, δημιουργικότητα και ανεξαρτησία;

Και στη Γαλλία, η κριτική ενημέρωση κυριαρχούσε, άραγε, σε πρώτο πλάνο όταν οι όμιλοι Λαγκαρντέρ και Μπουίγκ, με δισεκατομμύρια στα χέρια τους, έριζαν για τον έλεγχο του TF1 (2); Ή όταν τα ιδιωτικά κανάλια, καθώς ανταγωνίζονταν μεταξύ τους στη χυδαιότητα, πολλαπλασιάζονταν όπως ο άρτος στην Καινή Διαθήκη, προσφέροντας μισθούς μαχαραγιάδων σε μια φούχτα δημοσιογράφων που είχαν ήδη αποδείξει αποτελεσματικά την υποταγή τους;

Αυτή τη στιγμή, πολλοί διευθυντές εντύπων σχηματίζουν κοινό μέτωπο μπροστά στη θύελλα και εκλιπαρούν για την οικονομική βοήθεια από αυτό που κάτω από διαφορετικές συνθήκες αποκαλούν περιφρονητικά «κρατικό κορβανά».

Η «Monde diplomatique» τους εύχεται καλή τύχη, χωρίς να ξεχνά πόσο μεγάλο μέρος αυτής της βοήθειας έλαβαν στην παρούσα ατυχή συγκυρία. Αλλά, για να εξακολουθήσει να πρεσβεύει μια αντίληψη για τη δημοσιογραφία αλλιώτικη από τη δική τους, απευθύνει κατ' αρχήν έκκληση στους δικούς της αναγνώστες.

Αδιάφορη η κοινή γνώμη

Αν μια μεγάλη μερίδα της κοινής γνώμης παραμένει αδιάφορη απέναντι στα βάσανα των ΜΜΕ, αυτό οφείλεται εν μέρει στο ότι έχει καταλάβει ένα πράγμα: η έμφαση στην «ελευθερία της έκφρασης» χρησιμεύει συχνά ως προκάλυμμα για τα συμφέροντα των ιδιοκτητών των μέσων ενημέρωσης.

«Εδώ και πολλές δεκαετίες, οι μεγάλες εφημερίδες θα έλεγα ότι μάλλον παρεμποδίζουν ή και σαμποτάρουν τις προσπάθειες που στοχεύουν στη βελτίωση της κοινωνικής και πολιτικής μας κατάστασης», εκτιμά ο συνιδρυτής του εναλλακτικού διαδικτυακού τόπου CounterPunch.com, Αλεξάντερ Κόκμπερν (3).

Οι όλο και πιο σπάνιες έρευνες και τα ρεπορτάζ που δημοσιεύει διεκπεραιωτικά ο τύπος βοηθούν κυρίως στο να συντηρηθεί το παραμύθι περί «ερευνητικής δημοσιογραφίας», ενώ άλλες σελίδες βρίθουν από ανάλαφρα θέματα, πορτρέτα, στήλες του καταναλωτή, της μετεωρολογίας, αθλητικά, ανάλαφρες λογοτεχνικές στήλες. Για να μην ξεχνάμε και το απλό «copy-paste» (αντιγραφή-επικόλληση) από τα «επείγοντα» των πρακτορείων που κάνουν εργαζόμενοι που οδεύουν σε ταχεία ανειδίκευση.

«Φανταστείτε ότι η κυβέρνηση βγάζει διάταγμα με το οποίο απαιτεί απότομη μείωση των διεθνών θεμάτων στον τύπο και επιβάλλει το κλείσιμο των γραφείων των ανταποκριτών στο εξωτερικό ή δραστική μείωση στο προσωπικό και τον προϋπολογισμό τους».

»Φανταστείτε ότι ο πρόεδρος δίνει εντολή στα ΜΜΕ να εστιάζουν την προσοχή τους στις διασημότητες και τις ανοησίες αντί να ερευνούν τα σκάνδαλα που σχετίζονται με την εκτελεστική εξουσία.

»Σε μια τέτοια υποθετική κατάσταση, οι επαγγελματίες της δημοσιογραφίας θα είχαν κηρύξει απεργίες πείνας και ολόκληρα πανεπιστήμια θα έμεναν κλειστά εξαιτίας των κινητοποιήσεων. Και όμως, όταν έρχονται κάποια ιδιωτικά, σχεδόν μονοπωλιακά, συμφέροντα και αποφασίζουν περίπου τα ίδια πράγματα, δεν καταγράφεται καμία αξιοσημείωτη αντίδραση», ξεσπά ο αμερικανός πανεπιστημιακός Ρόμπερτ Μακτσέσνι (4).

Οι ευθύνες του Ιντερνετ

Ολα τα σημερινά δεινά, ακούμε συχνά, προέρχονται από αυτό το ποταπό, το αποκρουστικό Ιντερνετ.

Τη δημοσιογραφία, όμως, δεν την αποδεκάτισε το Διαδίκτυο. Αυτή παρέπαιε από καιρό, υπό το βάρος των αναπροσαρμογών, του μάρκετινγκ, της περιφρόνησης των λαϊκών στρωμάτων και της άλωσης από τους δισεκατομμυριούχους και τους διαφημιστές.

Δεν χρησίμευσε το Ιντερνετ ως φερέφωνο των βομβαρδισμών που πραγματοποίησαν τα «συμμαχικά» στρατεύματα στον πόλεμο του Κόλπου (1991) ή το ΝΑΤΟ κατά τη σύγκρουση στο Κόσοβο (1999).

Είναι επίσης αδύνατο να επιρρίψει κανείς ευθύνες στο Ιντερνετ για το γεγονός ότι τα μεγάλα ΜΜΕ στάθηκαν ανίκανα να προαναγγείλουν την κατάρρευση των αποθεματικών ταμείων στις ΗΠΑ (1989), κατόπιν να φανταστούν τον οικονομικό εκτροχιασμό των αναδυόμενων χωρών οχτώ χρόνια αργότερα και, τέλος, να προειδοποιήσουν για τη φούσκα στον τομέα των ακινήτων, το τίμημα της οποίας εξακολουθεί να πληρώνει ο κόσμος.

Οπότε, αν πρέπει πραγματικά να «σώσουμε τον τύπο», θα άξιζε να διαθέσουμε το δημόσιο χρήμα σε όσους εκπληρώνουν την αποστολή μιας έγκυρης και ανεξάρτητης ενημέρωσης και όχι στους κατά καιρούς νεροκουβαλητές της εξουσίας. Η υπηρεσία του μετόχου και το εμπόριο των «πρόθυμων εγκεφάλων» θα βρουν πιθανότατα πόρους από αλλού. (5)

Πολλές φορές, στις κατηγορίες που απευθύνονται στο Ιντερνετ, ανακαλύπτουμε και κάτι άλλο πέρα από μια δικαιολογημένη ανησυχία σε ό,τι αφορά τους τρόπους απόκτησης και μετάδοσης της πληροφορίας: τον τρόμο ότι η αυθεντία ορισμένων βαρόνων του σχολιασμού πλησιάζει στο τέλος της.

Αυτοί, απολαμβάνοντας προνόμια φεουδάρχη, μοίρασαν χωράφια και κανόνισαν αργομισθίες. Μπορούσαν να «ανεβάζουν» ή να «κατεβάζουν» υπουργούς και να σπιλώνουν υπολήψεις. Ενα κοντσέρτο από ομόφωνα εγκώμια υποδεχόταν το ίδιο θερμά κάθε ένα από τα προχειροφτιαγμένα έργα τους και τις πομπώδεις στήλες τους (6).

Πού και πού, κάποιες βέβηλες εφημερίδες έπαιζαν τον ρόλο πολιορκημένων πολιτειών. Αλλά, μια μέρα, κατέβηκαν ορισμένοι ξεβράκωτοι με τα πληκτρολόγιά τους.

Ας το αναγνωρίσουμε! Το συνολικό πλαίσιο μιας ενημέρωσης που τελεί υπό σύγχυση εξαιτίας της βίαιης ανασυγκρότησης δυνάμεων, δεν άφησε αλώβητους ούτε εμάς.

Υστερα από μια αδιάκοπη ανοδική πορεία μεταξύ 1996 και 2003, η κυκλοφορία της «Monde diplomatique» στα περίπτερα άρχισε να σημειώνει πολύ μεγάλη πτώση έως και πέρυσι. Οσο για τον αριθμό των συνδρομητών, αυτός συνέχισε να αυξάνεται.

Νούμερα του '95

Εν τούτοις, για να μιλήσουμε με τους όρους των πωλήσεων σε φύλλα, η καθίζηση είναι πραγματική και μας επαναφέρει στα νούμερα του 1995, ακριβώς πριν αρχίσει η εφημερίδα να αποκτά μια αλυσίδα θυγατρικών εκδόσεων.

Σίγουρα, η γενική αίσθηση βελτιώνεται αν προσθέσουμε στο σύνολο τις 73 διεθνείς εκδόσεις του εντύπου (η πρώτη, στην Ιταλία, χρονολογείται από το 1994), τα δύο περίπου εκατομμύρια αντίτυπα που κυκλοφορούν ακριβώς χάρη σε αυτές και τους εκατοντάδες χιλιάδες αναγνώστες της ιστοσελίδας μας.

Ωστόσο, κοινό και εισοδήματα είναι εντελώς διαφορετικά πράγματα. Οι πωλήσεις και οι συνδρομές αποτελούν μακράν τους δυο βασικούς οικονομικούς πυλώνες μας (7).

Οι χρήστες του κυβερνοχώρου συνεισφέρουν στην επιρροή της εφημερίδας, όχι στην ύπαρξή της. Και αυτοί, ανάμεσά τους, που δεν συμμετέχουν ποτέ στα έσοδά μας δρουν όπως οι λαθρεπιβάτες που η άφιξη στον προορισμό τους πληρώνεται από τους ταξιδιώτες που αγόρασαν κανονικά το εισιτήριό τους.

Πολλές εφημερίδες, για να επιβιώσουν, επέλεξαν να ευθυγραμμίσουν περισσότερο το περιεχόμενό τους με τα υποτιθέμενα γούστα των αναγνωστών τους. Η κατάληξη είναι γνωστή εκ των προτέρων: «Προτιμούν τα σύντομα άρθρα και τις ειδήσεις που τους αφορούν άμεσα. Στο Ιντερνετ, ψάχνουν κυρίως για ό,τι τους κάνει τη ζωή πιο εύκολη. Επειδή τα μεγάλα κείμενα για τη διεθνή πολιτική τα έχουν όλο και σε λιγότερη εκτίμηση, οι χρήστες περιορίζονται στο να διατρέχουν διαγώνια τους τίτλους τους. Στο "Zero Hora", μια βραζιλιάνικη εφημερίδα που ανήκει στον όμιλο RBS, το τμήμα κυκλοφορίας ρώτησε 120 αναγνώστες ποια είναι η γνώμη τους για την ημερήσια εφημερίδα. Ο διευθυντής Μαρσελίνο Ράιχ έλαβε τη σχετική αναφορά στη μία το μεσημέρι: "Σε γενικές γραμμές, ζητούν περισσότερα ένθετα για τη μαγειρική και τα ακίνητα και λιγότερα άρθρα για τη Χεζμπολάχ και τους σεισμούς"» (8).

Ας το παραδεχθούμε: η «Monde diplomatique», προφανώς, δεν είναι το έντυπο που αναζητούν οι «πολλοί».

Το γεγονός ότι η εφημερίδα μας είναι λιγότερο δημοφιλής, σχετίζεται με την απογοήτευση όσων παρατηρούν ότι, ελλείψει επαρκούς απήχησης και πολιτικού αντίκτυπου, το να ξεμπροστιάζουμε τα βασικά εργαλεία της κοινωνικής και παγκόσμιας τάξης είχε ελάχιστες επιπτώσεις στη διαιώνιση του συστήματος.

Οι προτάσεις

Η κόπωση του «σε τι χρησιμεύει αυτό;», επομένως, αντικατέστησε σιγά σιγά το παλιό «εσείς τι προτείνετε;», πράγμα που, στην περίπτωσή μας, δεν έχει πια καμία βάση.

Μετά την πάροδο τόσων ετών, οι υποδείξεις και οι προτάσεις διαδέχονταν η μία την άλλη στις σελίδες μας (κατάργηση του χρέους του Τρίτου Κόσμου, μεταρρύθμιση των διεθνών οργανισμών, φόρος Τόμπιν, εθνικοποίηση των τραπεζών, ευρωπαϊκός προστατευτισμός, «φορολογική γκιλοτίνα» σε ορισμένα εισοδήματα του κεφαλαίου, ανάπτυξη της οικονομίας της αλληλεγγύης και της μη εμπορικής σφαίρας κ.λπ.).

Κατά τα φαινόμενα, η παρακμή της εναλλακτικής παγκοσμιοποίησης μάς έπληξε πιο σκληρά. Η κυριαρχία του φιλελευθερισμού στον τομέα της σκέψης τέθηκε εκ νέου σε αμφισβήτηση, αλλά δεν προχώρησε περισσότερο.

Διότι, αν η κριτική δεν επαρκεί, το ίδιο ισχύει και για την εξής πρόταση: η κοινωνική τάξη δεν είναι κείμενο που θα αρκούσε να το «αποδομήσουμε» για να ανασυνταχθεί ολομόναχο. Πολλές ιδέες ξεπηδούν στον πραγματικό κόσμο χωρίς να γκρεμίζονται τα τείχη. Ωστόσο, ενίοτε, κάποιοι αναμένουν να ανταποκριθούν τα γεγονότα στις κοινές μας ελπίδες. Και, στην αντίθετη περίπτωση, μας βρίσκουν λίγο καταθλιπτικούς.

Εν πάση περιπτώσει, όταν πρόκειται για το μέλλον της εφημερίδας μας, βασίζουμε την αισιοδοξία μας στη βεβαιότητα ότι μπορούμε να υπολογίζουμε στη δική σας συνεισφορά. Οπότε, προς το παρόν δεν θα ανεβάσουμε άλλο την τιμή μας. Θα τη διατηρήσουμε σε χαμηλότερα επίπεδα στις φτωχές χώρες. Θα εξακολουθήσουμε να στηρίζουμε τις καινούριες διεθνείς μας εκδόσεις προσφέροντάς τους τη δυνατότητα να μας καταβάλλουν μειωμένα δικαιώματα κατά το ξεκίνημά τους.

Θα παρακολουθούμε από κοντά τις νέες τεχνολογίες πολυμέσων, κυρίως για να αγγίξουμε τις νέες γενιές και να διασφαλίσουμε με αυτό τον τρόπο τη μετάδοση των πνευματικών και πολιτικών αξιών της εφημερίδας μας. Θα συνεχίσουμε να παραγγέλνουμε μεγάλα ρεπορτάζ και έρευνες, από ερευνητές και ακτιβιστές, πάνω στις τρέχουσες συγκρούσεις, τις κρίσεις, τις εναλλακτικές προτάσεις, τους πειραματισμούς.

Η συνέχιση της εξέλιξής μας εξαρτάται σε μεγάλο βαθμό από την οικονομική σας κινητοποίηση στο πλευρό μας.

Αγοράζετε πιο τακτικά την εφημερίδα στα περίπτερα, γίνετε συνδρομητές, προσφέρετε συνδρομή σε εν δυνάμει αναγνώστες, προσχωρήστε στην ένωση των «Φίλων της Monde diplomatique»: οι τρόποι με τους οποίους μπορείτε να παρέμβετε υπέρ της εφημερίδας είναι πολλοί.

Εδώ και λίγον καιρό, έχει δει το φως ένα νέο εργαλείο. Σας επιτρέπει να αφαιρέσετε από το σύνολο των φόρων σας το 66% των δωρεών προς την εφημερίδα μας. Ετσι, το δημόσιο χρήμα, μετά τη βοήθεια που προσέφερε στις τράπεζες, θα μπορούσε επιτέλους να χρησιμεύσει και στην έρευνα γύρω από τα αίσχη τους.

Ανθρακωρύχοι της Ζάμπιας

Οι δικές μας απώλειες, συγκριτικά με εκείνες άλλων εντύπων, ίσως να μοιάζουν χαμηλές (330.000 ευρώ το 2007, 215.000 ευρώ τη χρονιά που πέρασε). Ομως, κανένας αργόσχολος τραπεζίτης που να φλέγεται να παραστήσει τον γαλαντόμο μαικήνα δεν θα προσφερθεί να τις καλύψει.

Μια εφημερίδα σαν τη δική μας, όπου το σύνολο των εργαζομένων είναι και μέτοχοι, που οι αναγνώστες του, οι οποίοι κατέχουν κι αυτοί μερίδιο του κεφαλαίου, προσφέρουν συνδρομές αλληλεγγύης στις βιβλιοθήκες και στις φυλακές που δεν διαθέτουν πόρους, όπου, τέλος, ο διευθυντής εκλέγεται, κατά πάσαν πιθανότητα μάλλον δεν θα τους φαινόταν ως το πλέον ενδεδειγμένο.

Το ερώτημα που μας θέτουν συνολικά είναι απλό: ποιος άλλος, αν όχι εσείς, θα συνεχίσει να χρηματοδοτεί μια δημοσιογραφία γενικού ενδιαφέροντος, ανοιχτή στον κόσμο, να αφιερώνει δύο σελίδες στους ανθρακωρύχους της Ζάμπιας, στο κινεζικό ναυτικό ή στη λετονική κοινωνία;

Η «Monde diplomatique» μπορεί να έχει μειονεκτήματα, όμως ενθαρρύνει τους ανθρώπους που γράφουν, που ταξιδεύουν, ερευνούν, βγαίνουν από τα σπίτια τους, ακούν, παρατηρούν. Οι δημοσιογράφοι που τη βγάζουν δεν προσκαλούνται ποτέ στα δείπνα του Siecle (9), δεν κάνουν «δουλειές» με τα λόμπι των φαρμακευτικών ή με φανταχτερές επιχειρήσεις, δεν κάνουν «κονέ» με τα μεγάλα ΜΜΕ.

Αυτά, εξάλλου, που προβάλλουν κάθε «καινούρια μορφή» κάποιας άλλης εφημερίδας και μετατρέπουν τη δική τους «ανασκόπηση του τύπου» σε χώρο υποδοχής αποκλειστικά για πέντε - έξι έντυπα -πάντα τα ίδια- αποκρύπτουν επιμελώς τη «Monde diplo-matique» παρά το απαράμιλλο ειδικό βάρος της σε παγκόσμια κλίμακα. Κατά βάθος, αυτό είναι το αντίτιμο της μοναδικότητάς μας.

Εμείς, όμως, έχουμε πολλούς συνενόχους σε άλλα μέρη: την ένωση των «Φίλων της Monde diplomatique», η ύπαρξη της οποίας ενισχύει την ανεξαρτησία της σύνταξης και που, κάθε μήνα, διοργανώνει δεκάδες συζητήσεις γύρω από τρέχοντα θέματα.

Τους περιπτεράδες που φροντίζουν να είναι η εφημερίδα μας σε καλή θέα και μερικές φορές την προτείνουν.

Τους εκπαιδευτικούς που την κάνουν γνωστή στους μαθητές τους. Τον εναλλακτικό τύπο που επωφελείται από τις πληροφορίες μας. Πολλούς περίεργους, λίγους δημοσιογράφους, ελεύθερους σκοπευτές, κάτι παλιοχαρακτήρες.

Και, τέλος, είστε όλοι εσείς. Χωρίς εσάς, τίποτα απ' όλα αυτά δεν είναι εφικτό.

(1) Οι αποκαλύψεις της «Washington Post» από το 1974 και μετά σχετικά με τις παράνομες παρακολουθήσεις στο κτίριο του Δημοκρατικού Κόμματος (υπόθεση Γουότεργκεϊτ) στην ομοσπονδιακή πρωτεύουσα προκάλεσε τον Αύγουστο του 1974 την παραίτηση του ρεπουμπλικανού προέδρου Ρίτσαρντ Νίξον. Μεταξύ 1975 και 1989, η εταιρεία The New York Times Co είδε τα ετήσια κέρδη της να εκτοξεύονται από τα 13 εκατομμύρια στα 266 εκατομμύρια δολάρια. Η The Washington Post Co πέρασε από τα 12 στα 197 εκατομμύρια δολάρια κατά την ίδια περίοδο. Cf. Howard Kurtz, «Stop the Presses», «The Washington Post, National Weekly Edition», 3 Μαΐου 2003.

(2) (Στμ) Η μονομαχία μεταξύ Λαγκαρντέρ (εκδίδει, μεταξύ πολλών άλλων εντύπων, το περιοδικό «Paris Match») και Μπουίγκ για τον έλεγχο του μεγαλύτερου (πρώην δημόσιου) τηλεοπτικού δικτύου στη Γαλλία και σε ολόκληρη την Ευρώπη, έληξε υπέρ του δεύτερου.

(3) Alexander Cockburn, «The Nation», Νέα Υόρκη, 1η Ιουνίου 2009.

(4) Αναφέρεται στο «Columbia Journalism Review», Νέα Υόρκη, Ιανουάριος - Φεβρουάριος 2008.

(5) Τον Οκτώβριο του 1984, ο Κλοντ Ζιλιέν (διευθυντής της «Monde diplomatique» από το 1973 ως το 1991) πρότεινε να διατίθενται σε μη κερδοσκοπικές εταιρείες τα κρατικά βοηθήματα προς τον τύπο, που στη Γαλλία αποτελούν το 10% του τζίρου του τομέα. Τα κέρδη τους, με αυτό τον τρόπο, «θα προορίζονταν για ένα έργο δημοσίου συμφέροντος. Οι εφημερίδες που θα επέλεγαν ένα τέτοιο καθεστώς δεν θα είχαν επομένως καμία πιθανότητα να ξυπνήσουν τις ορέξεις των επιχειρηματιών».

(6) Βλ. το αφιέρωμα «L'imposture Bernard-Henri Levy».

(7) Το 2008, οι ξένες εκδόσεις απέδωσαν στη «Monde diplomatique» 350.000 ευρώ έσοδα, δηλαδή περίπου το 3% του τζίρου της.

(8) «More media, less news», «The Economist», Λονδίνο 26 Αυγούστου 2006.

(9) (Στμ) Siecle (Αιώνας): πολύ κλειστό πριβέ κλαμπ που συγκεντρώνει στους κόλπους του πολιτικούς, εκδότες, δημοσιογράφους, μεγαλοσυνδικαλιστές, δικαστές... όλη, εν γένει, τη γαλλική αφρόκρεμα.
Αναρτήθηκε από ΒΑΣΙΛΗΣ ΚΟΥΦΟΠΟΥΛΟΣ στις 9:01 πμ 0 σχόλια

Κυριακή, 26 Ιουλίου 2009

O Τύπος αναζητεί νέο επιχειρηματικό μοντέλο

Καθώς τα έσοδα μειώνονται, εξετάζονται μη κερδοσκοπικές λύσεις για τις εφημερίδες


The Economist
/ Η Καθημερινή (26.07.2009)

«Τι είναι άσπρο, μαύρο και όλο μαζί κόκκινο;», ρωτάει ο τηλεπαρουσιαστής τον αρχισυντάκτη των N.Y. Times, Μπιλ Κέλερ. Εχοντας ξανακούσει το αστείο, ο κ. Κέλερ απάντησε δίχως δεύτερη σκέψη: «Η εφημερίδα». Είχε, ωστόσο, πέσει στην παγίδα του οικοδεσπότη της σατιρικής εκπομπής «The Daily Show», ο οποίος τον διόρθωσε αμέσως: «Οχι, είναι ο ισολογισμός σας».

Οι φόβοι ότι η «Γκρίζα Κυρία», όπως χαϊδευτικά αποκαλούνται οι N.Y. Times, οδεύει προς το τέλος, έχουν μεγαλώσει. Η κυκλοφορία της εφημερίδας πέφτει, καθώς οι αναγνώστες στρέφονται μαζικά προς το Διαδίκτυο, ενώ η «μετανάστευση» στον κυβερνοχώρο είχε ως συνέπεια τη μείωση των εσόδων από τις διαφημίσεις. Οι απελπισμένοι ιδιοκτήτες της, η οικογένεια των Οκς - Σούλτζμπεργκερ, στράφηκαν πέρυσι προς τον Μεξικανό μεγιστάνα, Κάρλος Σλιμ, αλλά τα χρήματα του τελευταίου μπορεί, εν τέλει, να μην αποδειχτούν αρκετά. Οι Times θεωρούνται μία από τις καλύτερες εφημερίδες παγκοσμίως και τα προβλήματα που αντιμετωπίζουν δεν είναι χειρότερα απ' αυτά που ταλανίζουν το σύνολο της βιομηχανίας του Τύπου.

Η αναζήτηση για ένα εναλλακτικό επιχειρηματικό μοντέλο, πάντως, συνεχίζεται. Η κίνηση στις ιστοσελίδες των εφημερίδων έχει αυξηθεί σημαντικά, πλην όμως δεν παρέχει τα απαιτούμενα έσοδα για την υποστήριξη ενός διευρυμένου δικτύου συντακτών και ρεπόρτερ. Μπορεί το δημοφιλές ειδησεογραφικό μπλογκ «Huffington Post» να αποφέρει κέρδη στους ιδιοκτήτες του, αλλά ο κ. Κέλερ ορθώς επεσήμανε: «Την τελευταία φορά που βρέθηκα στη Βαγδάτη δεν θυμάμαι να είδα κάποιον απεσταλμένο του Huffington Post ή του Google».

Yπηρεσίες online

Μια προσέγγιση αφορά τη χρέωση για τις online υπηρεσίες, εκτός της ετήσιας συνδρομής, από την οποία μόνο η Wall Street Journal έχει βγάλει χρήματα. Ο πρώην συντάκτης του περιοδικού Time, Γουόλτερ Αϊζασκον έχει προκαλέσει μια ενδιαφέρουσα δημόσια συζήτηση, προτείνοντας στους εκδοτικούς οίκους τη λύση των «μικροκαταβολών», βάσει της οποίας ο αναγνώστης θα πληρώνει για κάθε άρθρο που διαβάζει. Ο αρχισυνάκτης των «Φαϊνάνσιαλ Τάιμς», Λάιονελ Μπάρμπερ, έχει προβλέψει ότι σ' ένα χρόνο από σήμερα όλα τα ενημερωτικά έντυπα θα χρεώνουν για την online ανάγνωση. Ηδη, οι «Φαϊνάνσιαλ Τάιμς» επιτρέπουν στον χρήστη να διαβάσει δωρεάν περιορισμένο αριθμό άρθρων και στη συνέχεια, χρεώνουν ανά κείμενο.

Την ίδια στιγμή, τρεις βετεράνοι του χώρου των μέσων ενημέρωσης -ο Στιβ Μπριλ, ο Γκόρντον Κρόβιτς και ο Λίο Χίντερι- δημιούργησαν πρόσφατα την ιστοσελίδα journalismonline.com, η οποία αποτελεί κάτι σαν iTunes για εφημερίδες. Ο χρήστης μπορεί να ανοίξει λογαριασμό και να κάνει αγορές άρθρων ή συνδρομών.

Πολλοί οργανισμοί, επίσης, επιδιώκουν να «σπρώξουν» τον αναγνώστη σε κάποια ηλεκτρονική συσκευή ανάγνωσης, όπως το Kindle. Στο Ιντερνετ, το περιεχόμενο είναι ως επί το πλείστον δωρεάν, αλλά το Kindle απαιτεί πληρωμή στις περισσότερες περιπτώσεις. Ο Economist είναι διαθέσιμος πλέον στο Kindle, όπου το κόστος της μηνιαίας συνδρομής είναι λίγο πιο ακριβό από τη φθηνότερη διετή συνδρομή της έντυπής μας μορφής.

Χαμένα έσοδα

Παρ' όλα αυτά, είναι εξαιρετικά αμφίβολο αν η ηλεκτρονική διανομή μπορεί να καλύψει τα χαμένα έσοδα των έντυπων εκδόσεων. Ολοένα και περισσότεροι άνθρωποι της βιομηχανίας πιστεύουν ότι η μεγαλύτερη ελπίδα για τις εφημερίδες είναι η φιλανθρωπία. Ο σύμβουλος επιχειρήσεων, Κλέι Σέρκι, προβλέπει με πρόσφατό του άρθρο στην ιστοσελίδα του Ινστιτούτου Cato ότι η «μεγάλη εποχή της κηδεμονίας» βρίσκεται προ των πυλών. Η ιδέα ότι οι φιλάνθρωποι μπορούν να σώσουν τις εφημερίδες έκανε την εμφάνιση της προ διετίας, όταν ο όμιλος Tribune ήταν προς πώληση. Αρχικά, είχε ακουστεί ότι οι μεγιστάνες Ντέιβιντ Τζέφεν και Ελι Μπροντ θα αγόραζαν μία από τις εφημερίδες του ομίλου, την Los Angeles Times. Λεγόταν, δε, ότι θα την διαχειρίζονταν μέσω ενός μη κερδοσκοπικού οργανισμού. Εν τέλει, ο όμιλος αγοράστηκε από τον δισεκατομμυριούχο Σαμ Ζελ. Το γεγονός ότι ο κ. Ζελ προχώρησε στην αγορά μολονότι δεν τον συνέφερε οικονομικά, δημιούργησε ερωτήματα, αν και όπως αποδείχτηκε επρόκειτο περισσότερο για μεγάλο επιχειρηματικό σφάλμα, παρά για κίνηση φιλανθρωπίας. Σήμερα, ακούγεται και πάλι ότι οι κ. Τζέφεν και Μπροντ θα επανέλθουν στο προσκήνιο προκειμένου να σώσουν κάποιους γνωστούς τίτλους.

Tέσσερις διέξοδοι για τους New York Times

«Ενα μη κερδοσκοπικό μοντέλο για τους N.Y. Times». Αυτός είναι ο τίτλος του συναρπαστικού άρθρου της καθηγήτριας του Πανεπιστημίου της Βόρειας Καρολίνας, Πενέλοπι Μιουζ Αμπερνάθι. Επισημαίνεται ότι η πανεπιστημιακή της έδρα χρηματοδοτείται από το Ιδρυμα Knight, που διαθέτει μετοχές του ομώνυμου ομίλου εφημερίδων. Στο άρθρο εξετάζονται τέσσερις πιθανότητες: η δημιουργία ενός ταμείου επιχορηγήσεων, το οποίο θα παρέχει τα κεφάλαια για τη διατήρηση των ειδησεογραφικών τμημάτων της εφημερίδας, η χρηματοδότηση συγκεκριμένων θεμάτων του εντύπου από φιλανθρωπικά ιδρύματα, η αγορά της εφημερίδας από κάποιο ΑΕΙ ή άλλο εκπαιδευτικό ίδρυμα, ή η αγορά από κάποιον επενδυτή «άγγελο», ο οποίος θα διαχειριστεί την εφημερίδα ως «εταιρεία χαμηλού κέρδους και περιορισμένης ευθύνης».

Στις 18 Ιουλίου, δημοσιεύτηκε στους Times άρθρο με τίτλο «Μια εφημερίδα, πολλά βιβλία επιταγών», με το οποίο η διεύθυνση της εφημερίδας παραδέχεται ότι συνεργάζεται ήδη με φιλανθρωπικά ιδρύματα. Ενα απ' αυτά είναι το ProPublica, το οποίο χρηματοδοτεί δημοσιογραφικές έρευνες με χρηματικά ποσά που επιχορηγούν ο Χέρμπερτ και η Μάριο Σάντλερ, ιδρυτές του ομίλου Goldern West Financial. Οι Σάντλερς έχουν αναθέσει το ProPublica στον πρώην συντάκτη της Wall Street Journal, Πολ Στέιγκερ. Το ίδρυμα έχει «παράξει» δημοσιογραφικές έρευνες, οι οποίες είναι αρκετά καλές, ώστε να δημοσιεύονται στους Times. Η εφημερίδα, άλλωστε, τα δημοσιεύει χώρις να καταβάλει ούτε ένα δολάριο. Ο άλλος «συνεργάτης» των Times είναι η ιστοσελίδα Spot.Us. Εκεί, οι δημοσιογράφοι μπορούν να μοιραστούν με το αναγνωστικό κοινό ιδέες για θέματα που επιθυμούν να διερευνήσουν, καθώς και το κόστος τους και να συγκεντρώσουν το ποσό που απαιτείται από το κοινό. Οι Times έχουν ήδη δεσμευτεί να δημοσιεύσουν άρθρο αναφορικά μ' ένα τεράστιο όγκο σκουπιδιών που πλέει στα νερά του Ειρηνικού Ωκεανού, αν ο δημοσιογράφος κατορθώσει να συγκεντρώσει τα χρήματα που χρειάζονται για το ταξίδι.

Φυσικά, η αποδοχή χρηματικών ποσών από φιλανθρωπικά ιδρύματα μπορεί να δημιουργήσει αλληλοσυγκρούομενα συμφέροντα. Ποια μπορεί να είναι αυτά, βέβαια, είναι μια τελείως διαφορετική υπόθεση - την οποία ενδέχεται να σας αποκαλύψει ο εκάστοτε αρθρογράφος αν του στείλετε μια ωραία επιταγή σ' ένα φάκελο με την ένδειξη «αυστηρά προσωπικό».

Κυριακή, 19 Ιουλίου 2009

Η εφημερίδα - εμπόρευμα φτάνει στο τέλος της;

Πρέπει να επανεξετάσουμε τον ρόλο της δημόσιας, αλλά ανεξάρτητης πληροφόρησης

Του Πέτρου Παπακωνσταντίνου
(Καθημερινή 19.07.2009)

Τον Απρίλιο του 2008 εγκαινιάστηκε το Μουσείο Τύπου σε ένα όμορφο κτίριο, ανάμεσα στον Λευκό Οίκο και το Κογκρέσο. Το «Newseum» φιλοξενεί αφιερώματα στις καλύτερες στιγμές της αμερικανικής δημοσιογραφίας -πολεμικές ανταποκρίσεις, αντίσταση στο αντικομμουνιστικό κυνήγι μαγισσών του Μακαρθισμού, αποκαλύψεις για το Γουότεργκεϊτ- στο πνεύμα του Τόμας Τζέφερσον: «Αν έπρεπε να διαλέξω ανάμεσα στη σωτηρία της κυβέρνησης και τη σωτηρία του ελεύθερου Τύπου, θα διάλεγα το δεύτερο». Στις μέρες μας, η επιλογή δεν είναι τόσο απλή. Έξι μήνες μετά τα εγκαίνια του Newseum, σταμάτησε την έκδοσή της η αιωνόβια ChristiaScience Monitor. Στους έξι πρώτους μήνες του 2008, απολύθηκαν 4.500 Αμερικανοί δημοσιογράφοι.

Το νεόδμητο μουσείο και το κακό ριζικό του αναφέρονται στο βιβλίο του Γάλλου δημοσιογράφου Μπερνάρ Πουλέ «Το τέλος των εφημερίδων και το μέλλον της πληροφόρησης», που κυκλοφόρησε πρόσφατα από τις εκδόσεις Gallimard.

Η διάγνωση δεν αφήνει περιθώρια για φτηνές ελπίδες. «Οσοι αισθάνονται υποχρεωμένοι να καταδικάσουν τον ρόλο της Κασσάνδρας», γράφει ο Πουλέ, «δυστυχώς λησμονούν ότι το πρόβλημα δεν ήταν η Κασσάνδρα... αλλά οι Τρώες, που δεν την πίστεψαν όταν τους ανακοίνωσε την επικείμενη καταστροφή της πόλης. Η άρνηση της πραγματικότητας δεν απέτρεψε τον θάνατο της Τροίας και δεν θα αποτρέψει τη χρεοκοπία των εφημερίδων». Ή, όπως δήλωσε ο πλουσιότερος άνθρωπος στον κόσμο, Γουόρεν Μπάφετ, «οι αναγνώστες των εφημερίδων παίρνουν τον δρόμο προς το νεκροταφείο, ενώ οι μη αναγνώστες εφημερίδων βγαίνουν από τα πανεπιστήμια».

Οι δύο μύθοι

Πέραν του πλούσιου εμπειρικού υλικού, το βιβλίο του Πουλέ έχει αξία γιατί, στην προσπάθειά του να ανιχνεύσει τις αιτίες της παθογένειας, προχωράει πέρα από τα γνωστά κλισέ -κρίση αξιοπιστίας των εφημερίδων λόγω διαπλοκής, νέα ηλεκτρονικά μέσα, πτώση των διαφημιστικών εσόδων- και αποδομεί δημοφιλείς μύθους.

Πρώτον: Τον μύθο ότι το πρόβλημα μπορεί να λυθεί από κάποιους Μαικήνες ή με την εισαγωγή των εφημερίδων στο χρηματιστήριο. Στην πραγματικότητα, πολλοί κολοσσοί που αγόρασαν εφημερίδες (ο Ντασό με τη Figaro, ο Ροτσίλντ με τη Liberatioκ.λπ.) επιτάχυναν την κρίση τους, αντί να την αναστείλουν.

Η εισαγωγή εφημερίδων στο χρηματιστήριο οδήγησε συχνά στο να κυριαρχήσει το συμφέρον του μετόχου πάνω στο συμφέρον του αναγνώστη, η βραχυπρόθεσμη κερδοφορία της εφημερίδας (η οποία, αν υπονομευτεί, απειλεί να τραβήξει προς τα κάτω τις μετοχές ολόκληρου του ομίλου) πάνω στην αξιοπιστία, την πρωτοτυπία και την ελκυστικότητά της. Από εδώ και η τάση για πάση θυσία μείωση του κόστους εργασίας, με αναπόφευκτες συνέπειες στην ποιότητα του προϊόντος. Σημειωτέον ότι οι περισσότερες από τις πιο σοβαρές, διεθνώς, εφημερίδες -New York Times, Franfkurter Allgemeine Zeitung, WashingtoPost κ.ά.- δεν ανήκουν σε μεγάλους επιχειρηματικούς ομίλους.

Δεύτερον: Τον τεχνοκρατικό μύθο ότι οι εφημερίδες είναι το πρόβλημα και τα ηλεκτρονικά μέσα η λύση. Με πληθώρα στοιχείων, ο Πουλέ αποδεικνύει ότι είναι το σύνολο των ενημερωτικών προϊόντων -ιστοσελίδες, δελτία ειδήσεων στην τηλεόραση και το ράδιο, περιοδικά, εφημερίδες- που βρίσκονται σε καθοδική τροχιά. Με άλλα λόγια, βρισκόμαστε μπροστά σε μια γενικευμένη κρίση της ενημέρωσης, η οποία συνδέεται με βαθύτερες μεταλλάξεις στο κοινωνικό σώμα (εντατικοποίηση της εργασίας και απορρύθμιση του ελεύθερου χρόνου, κρίση των ιδεολογιών και της πολιτικής, απορρύθμιση του συλλογικού κ.ά.).

Τρομακτική νάρκη

Είναι αλήθεια ότι η κρίση πλήττει με ιδιαίτερη σφοδρότητα τις εφημερίδες, αλλά και κάθε μορφή γραπτού λόγου (βιβλία και περιοδικά, με εξαίρεση τα καθαρά χρηστικά προϊόντα), σε μια κοινωνία μοναχικών ξένων, που σερφάρουν χωρίς να διαβάζουν, καλύπτοντας με την υστερική «επικοινωνία» των SMS και των e-mail, το έλλειμμα επικοινωνίας αισθημάτων και σκέψεων. Ωστόσο, είναι πολύ μακριά από την πραγματικότητα όσοι πιστεύουν ότι η απάντηση σ' αυτό το πρόβλημα βρίσκεται στο Ιντερνετ και όλα τα συμπαρομαρτούντα (ηλεκτρονική εφημερίδα, ηλεκτρονικό βιβλίο κ.ά.). Αντίθετα, το «Ιντερνετ» και ευρύτερα η λεγόμενη «οικονομία της γνώσης» αναδεικνύουν μια τρομακτική νάρκη στα θεμέλια του σύγχρονου καπιταλισμού: την κρίση του copyright σε όλες τις μορφές του, από τα άρθρα των εφημερίδων και τα βιβλία, μέχρι τα CD, τα DVD, τα λογισμικά και τα φάρμακα της μοριακής Βιολογίας. Κρίση, που εκδηλώνεται με το εκθετικά μεγεθυνόμενο, σε παγκόσμια κλίμακα, φαινόμενο της λεγόμενης «πειρατείας», η οποία οδηγεί σε ακατάσχετη αιμορραγία διαφυγόντων κερδών και υπονομεύει τα θεμέλια αυτοκρατοριών της «Νέας Οικονομίας».

Αν δούμε υπό αυτή την ευρύτερη οπτική γωνία την κρίση της έντυπης δημοσιογραφίας, θα την αναγνωρίσουμε ως κρίση της εφημερίδας-εμπόρευμα. Μπορεί όντως να μην υπάρχει, μακροπρόθεσμα, επιχειρηματικά βιώσιμη στρατηγική για την έκδοση ενημερωτικών εφημερίδων πανεθνικής εμβέλειας. Ή μπορεί, με αποκλειστικό κριτήριο τη βραχυπρόθεσμη κερδοφορία, μόνη λύση να αποδειχθεί ο Τύπος δύο ταχυτήτων - πλούσιες και ακριβές εφημερίδες για τους πλούσιους, φτωχές και φτηνές εφημερίδες για τους φτωχούς.

Αν είναι όμως έτσι τα πράγματα, τότε θα έπρεπε, ίσως, να σκεφθούμε ένα νέο μοντέλο, δημόσιας και συνεταιριστικής πληροφόρησης, πλάι στην ιδιωτική - ενδεχομένως και σε σύμπραξη με τον ιδιωτικό τομέα. Όπως έχουμε αποδεχθεί ότι υπάρχουν πράγματα, σαν την Υγεία και την Παιδεία, όπου το Δημόσιο υποχρεούται να παίζει πρωταγωνιστικό ρόλο, έτσι μπορεί να το δεχθούμε και για την πληροφόρηση.

Αυτό, βέβαια, δεν σημαίνει ότι το κράτος θα έσπευδε να εκδώσει απευθείας τις δικές του «Ιζβέστια». Θα μπορούσε, ωστόσο, να ενθαρρύνει εκδοτικές προσπάθειες από θεσμούς όπως τα μορφωτικά ιδρύματα μεγάλων τραπεζών, πανεπιστήμια, Δήμοι ή επιχειρήσεις κοινής ωφέλειας. Η εμπειρία του βρετανικού BBC, έστω κι αν αφορά τη ραδιοτηλεόραση, είναι ενθαρρυντική. Σε κάθε περίπτωση, η διεισδυτική ερευνητική δημοσιογραφία και η διαφωτιστική ανάλυση είναι αναγκαίες όχι μόνο στο ευρύ κοινό, αλλά και στις ίδιες τις κυρίαρχες τάξεις, τουλάχιστον όσο αναγκαία τους είναι τα μεταφορικά δίκτυα, ο ηλεκτρισμός και οι τηλεπικοινωνίες. Γι' αυτό κάποια στιγμή θα πρέπει, μάλλον, να αποφασίσουν ότι αξίζει τον κόπο να καταβάλουν το απαιτούμενο τίμημα.

Παρασκευή, 17 Ιουλίου 2009

Τα Μέσα Ενημέρωσης σε δίλημμα

του Κωνσταντίνου Καμάρα


(Νέα 17.07.2009)

Το ότι οι περισσότεροι οικονομικοί δείκτες και τα μεγέθη συσχετίζονται (σε μικρό ή μεγάλο βαθμό) με τον ρυθμό αύξησης του Ακαθάριστου Εγχώριου Προϊόντος είναι γνωστό. Το ίδιο ισχύει, προφανώς, και για τον αριθμό συγχωνεύσεων και εξαγορών στον επιχειρηματικό χώρο. Συχνά τέτοιου είδους δραστηριότητα σηματοδοτεί εξελίξεις τόσο στην ευρύτερη οικονομία όσο και σε επιμέρους κλάδους, εάν αυτοί αποκλίνουν (θετικά ή αρνητικά) από τον μέσο όρο. Όχι πως εξαγορές και συγχωνεύσεις προκύπτουν μόνο τις ανθηρές εποχές, όταν υπάρχουν κεφάλαια και επιθετικοί στόχοι. Τουναντίον, οι υφέσεις ενίοτε οδηγούν σε «αμυντικές» ή «ορθολογικές» συγχωνεύσεις, ή και σε περιπτώσεις όπου μία εταιρεία δέχεται να εξαγοραστεί για να μην κλείσει. Το μόνο βέβαιο είναι πως σχεδόν παντελής απουσία τέτοιων συναλλαγών συνήθως μεταφράζεται σε χρόνια ή οριστική παρακμή ενός κλάδου. Ό,τι δηλαδή συμβαίνει σήμερα στον Τύπο. Ή όχι;

Θεωρητικά, η συγκυρία θα έπρεπε να κριθεί ως ιδιαίτερα θετική για σχετικές επιχειρηματικές κινήσεις. Πρώτον, η παρατεταμένη ύφεση και τα απογοητευτικά αποτελέσματα εταιρειών Μέσων Ενημέρωσης έχουν οδηγήσει σε χαμηλές- άρα και ελκυστικές για πιθανούς αγοραστές- αποτιμήσεις. Δεύτερον, οι πρώτες ενδείξεις ανάκαμψης διεθνώς αρχίζουν να αλλάζουν σταδιακά το κλίμα, δίνοντας αίσθηση θετικής προοπτικής στην όποια στρατηγική απόφαση. Τέλος, η ένταση της ύφεσης ξεκαθάρισε το τοπίο όσον αφορά το μέλλον των ΜΜΕ, διέλυσε στρατηγικά διλήμματα και κατέστησε συγκεκριμένες πολιτικές (λ.χ. έμφαση στα ψηφιακά Μέσα) μονόδρομο. Και όμως, σύμφωνα με τους περισσότερους ειδήμονες, οι εξαγορές και συγχωνεύσεις στον χώρο των Μέσων Ενημέρωσης θα είναι ελάχιστες τουλάχιστον μέχρι τα τέλη του επόμενου έτους. Η βασική αιτία συνίσταται στο ότι σχεδόν όλες οι επιχειρήσεις ΜΜΕ έχουν ταυτόχρονα υψηλό δανεισμό και- για το άμεσο μέλλον- αβέβαιη ρευστότητα, συνεπώς καμία δεν δύναται να μπει στη θέση του αγοραστή. Έτσι, οι υποψήφιοι πρέπει να αναζητηθούν σε άλλους κλάδους συγγενικούς ή μη, οι οποίοι ωστόσο, βλέποντας τις εγγενείς δομικές δυσκολίες του χώρου των Μέσων, δεν είναι ιδιαίτερα πιθανό να σπεύσουν ως αρωγοί ή σωτήρες.

Γι΄ αυτό και η εξαγορά του ομίλου Βlethen Μaine Νewspapers- που εκδίδει τις Ρortland Ρress Ηerald και Μaine Sunday Τelegram- από την εταιρεία επενδύσεων ΗΜ Capital Ρartners προκαλεί ιδιαίτερο ενδιαφέρον, ειδικά εφόσον δεν πρόκειται για πασίγνωστους εθνικούς τίτλους αλλά για απλές επαρχιακές εφημερίδες. Ωστόσο, μια αναλυτική εξέταση των δεδομένων πιθανόν αποκαλύπτει τα σημεία αξίας της εξαγοράς και ενδεχομένως δείχνει τον δρόμο για μελλοντικές κινήσεις στον Τύπο. Πρώτον, τα εν λόγω έντυπα είναι τοπικά μονοπώλια, σε μία εποχή όπου οι καταρρέοντες τίτλοι τείνουν να βρίσκονται σε πόλεις με δυοπώλιο, άρα με ανταγωνισμό, όπως η Βοστώνη, το Σικάγο, το Σιάτλ και το Ντένβερ. Δεύτερον, εκτιμάται ότι οι μικρότερες πόλεις και κοινότητες υποστηρίζουν θερμότερα την εφημερίδα τους αφού, λόγω περιορισμένου μεγέθους δυνητικής αγοράς, οι παγκόσμιοι γίγαντες του Διαδικτύου δεν έχουν σπεύσει ακόμα να προσφέρουν αντίστοιχες ηλεκτρονικές υπηρεσίες ενημέρωσης. Τρίτον, η τελική αποτίμηση του ομίλου ήταν ρεαλιστικά χαμηλή, ενώ παραδόξως ο συνολικός δανεισμός του προέκυψε ως σχετικά περιορισμένος.

Εν τούτοις, ίσως το σημαντικότερο σημείο που πρέπει να υπογραμμιστεί είναι η συμφωνία με τα συνδικάτα. Άλλωστε, οι επενδυτές είχαν αρνηθεί να ολοκληρώσουν την εξαγορά εάν τούτο το ζήτημα δεν είχε λυθεί πρώτα. Η πρόταση ήταν σαφώς δυσάρεστη καθώς περιελάμβανε τόσο μειώσεις απολαβών όσο και σταδιακές περικοπές προσωπικού. Ωστόσο, τελικά οι συνδικαλιστές την ενέκριναν όταν συνειδητοποίησαν πως, υπό τις παρούσες (και διαφαινόμενες μελλοντικές) συνθήκες, η άλλη επιλογή ήταν το κλείσιμο των εφημερίδων σε μερικούς μήνες και, συνεπώς, η απώλεια όλων των θέσεων εργασίας. Πεφωτισμένοι ή μειοδότες; Το μέλλον πολλών εφημερίδων στον δυτικό κόσμο θα εξαρτηθεί από το πώς θα τους κρίνουν οι συνάδελφοί τους...


ΕΝΑΝΤΙΑ ΣΤΟ ΡΕΥΜΑ; Παρά τις ελκυστικές για πιθανούς αγοραστές αποτιμήσεις- σύμφωνα με τους περισσότερους ειδήμονες - οι εξαγορές και συγχωνεύσεις στον χώρο των Μέσων Ενημέρωσης θα είναι ελάχιστες τουλάχιστον μέχρι τα τέλη του επόμενου έτους.


*Ο Κωνσταντίνος Καμάρας είναι σύμβουλος της Διεθνούς Ένωσης Εφημερίδων και μέλος Δ.Σ. του ΙΑΒ Εurope, πανευρωπαϊκού οργανισμού για τη διαδραστική επικοινωνία

Τετάρτη, 15 Ιουλίου 2009

Οι 6 προτάσεις Τσίπρα για την κρίση στα media

Απόσπασμα από τη συνέντευξή του στο City (16.07.2009)


Το πρώτο σημείο: Ξέρετε έχουμε μια κρατική διαφήμιση που αφορά όλα τα έντυπα μέσα, όλες τις εφημερίδες η οποία τον προηγούμενο χρόνο, σε ονομαστικές τιμές, έφτασε στο ύψος των 83 εκατομμυρίων ευρώ και αυτή η διαφήμιση γνωρίζουμε ότι κατανέμεται με αδιαφανή και ευνοιοκρατικό τρόπο. Είναι ώρα να τεθούν συγκεκριμένα κριτήρια και να μην είναι μοναδικό κριτήριο η κυκλοφορία αλλά να είναι και κριτήριο οι θέσεις απασχόλησης σε μια εφημερίδα δηλ πόσοι εργαζόμενοι απασχολούνται σε καθεστώς πλήρους εργασίας, 83 εκατομμύρια δεν είναι λίγα χρήματα από το δημόσιο προϋπολογισμό και την ίδια στιγμή να έχουμε ασυδοσία των διοικήσεων να πετάνε τους εργαζόμενους στο δρόμο. Αυτός είναι ο πρώτος άξονας των προτάσεων.

Δεύτερος άξονας των προτάσεων: Οι επιχειρήσεις του Τύπου, ιδιαίτερα όσες από αυτές τις επιχειρήσεις διασώζονται με κρατική αιμοδοσία, με κρατική επιχορήγηση, ότι δεν προχωρήσουν σε απολύσεις, τουλάχιστον για ένα συγκεκριμένο χρονικό διάστημα. Η πρόταση αυτή δεν είναι καμιά ριζοσπαστική πρόταση, ενός αριστερού κόμματος που δεν αντιλαμβάνεται την πραγματικότητα και θεωρεί ότι ζούμε σε συνθήκες σοσιαλισμού. Είναι μια πρόταση η οποία εφαρμόστηκε στην Γαλλία από τον δεξιό κ. Σαρκοζί. Μαζί και με άλλες προτάσεις, βεβαίως, που έχουν ενδιαφέρον να δούμε όπως η κρατική επιχορήγηση σε εφημερίδες προκειμένου να αποκτούν νέο αγοραστικό κοινό, με συνδρομές σε νέους εργαζόμενους, σε άνεργους. Δεύτερος άξονας των προτάσεων μας οπότε είναι να μην έχουν το δικαίωμα να προχωρήσουν σε απολύσεις εκείνες οι εταιρίες, επιχειρήσεις τύπου που παίρνουν κρατικές επιχορηγήσεις.

Τρίτος άξονας: Οι επιχειρήσεις τύπου, κατά τη γνώμη μας, είναι επιχειρήσεις ειδικού σκοπού και όλοι αντιλαμβανόμαστε ότι επιτελούν ένα λειτούργημα, αυτό της ενημέρωσης. Δεν είναι λοιπόν αποδεκτό να λειτουργούν με αμιγώς επιχειρηματικές σκοπιμότητες και να μας αιφνιδιάζουν. Επιβάλλεται λοιπόν οι εκπρόσωποι των εργαζομένων να συμμετέχουν στη διοίκηση των εταιριών αυτών ώστε να διασφαλίζεται μια στοιχειώδης διαφάνεια στη λήψη των αποφάσεων και να διασφαλίζεται και η δυνατότητα έγκαιρης παρέμβασης των εργαζομένων σε τέτοιου είδους επιδιώξεις όπως αυτή που είδαμε στον Ελεύθερο Τύπο.

Τέταρτος άξονας: Το αιφνιδιαστικό κλείσιμο του Ελεύθερου Τύπου ανάδειξε όλο αυτό το εργασιακό καθεστώς που επικρατεί στον χώρο των ΜΜΕ. Πολλοί από τους συναδέλφους σας δεν θα έχουν ούτε καν τη δυνατότητα να ενταχθούν σε καθεστώς ανεργίας και να παίρνουν το επίδομα. Διότι παρά το γεγονός ότι είναι μισθωτοί εργαζόμενοι καταγράφονται ως αυτοαπασχολούμενοι, με μπλοκάκια. Εδώ πρέπει να υπάρξει μια στοιχειώδης δυνατότητα ώστε να δοθεί η δυνατότητα να καταφύγουν στο επίδομα ανεργίας αυτοί οι μισθωτοί που καταγράφονται ως αυτοαπασχολούμενοι. Είναι μια στοιχειώδης πράξη κοινωνικής αλληλεγγύης την οποία οφείλει η κυβέρνηση.

Πέμπτος άξονας: Να υπάρξει λήψη μέτρων και να ενισχυθεί η προοπτική της εισόδου στον τύπο κοινωνικών φορέων, συλλογικών εγχειρημάτων των συντακτών. Με βάση συγκεκριμένα και αυστηρά κριτήρια αλλά αυτό είναι κάτι που έχει προοπτική και ιδιαίτερο ενδιαφέρον και είναι πρωτοπόρα η διαδικασία που βλέπουμε εδώ, της λειτουργίας δηλ του ραδιοφωνικού σταθμού και της έστω και εβδομαδιαίας κυκλοφορίας ενός δεκαεξασέλιδου του Ελεύθερου Τύπου ως ένθετο σε άλλες εφημερίδες.

Έκτο και τελευταίο: Αυτή τη στιγμή υπάρχει μια διαδικασία εκκαθάρισης. Η εκκαθάριση όπως γνωρίζουμε στην επιχείρησης αυτή. Ο εκκαθαριστής λοιπόν οφείλει να δώσει όλα τα δεδομένα στους εργαζόμενους. Δεν μπορούμε να συζητάμε περί προστασίας προσωπικών δεδομένων- τι ειρωνεία;- την ίδια στιγμή που ψηφίζει η κυβέρνηση στη Βουλή για τράπεζες DNA, για κάμερες παντού. Έλεος. Άρα λοιπόν εδώ είναι μια δημόσια διαδικασία όχι να τα δώσει φόρα παρτίδα, στους εργαζόμενους όμως που ζητάνε τα στοιχεία νομίζω ότι είναι υποχρεωμένος ο εκκαθαριστής να τα δώσει.

Κυριακή, 12 Ιουλίου 2009

Βάλαμε τα χέρια μας και βγάλαμε τα μάτια μας…

του Γιώργου ΑΥΓΕΡΟΠΟΥΛΟΥ*

Πρόλαβα μια εποχή όπου οι δημοσιογράφοι ήταν δημοσιογράφοι και όχι τηλεπερσόνες και μεγαλοπαράγοντες. Τότε τα δελτία ήταν μισής ώρας και έπαιζαν πραγματικές ειδήσεις, ενώ οι εφημερίδες στηρίζονταν στο ρεπορτάζ. Πρόλαβα μια εποχή όπου ο κόσμος αισθανόταν το δημοσιογράφο δίπλα του, σύμμαχο ενάντια στην αδικία και όχι ένα λαμόγιο. Αυτά συνέβαιναν πριν από 20 χρόνια. Σήμερα τα τηλεοπτικά δελτία έχουν μετεξελιχθεί σε lifestyle μαγκαζίνο η σε εκπομπές γνώμης όπου ο θεατής πρώτα ακούει το σχόλιο και έπειτα την είδηση. Οι εφημερίδες,
από την άλλη, έχουν γίνει πολυέντυπα που προσφέρουν αυτοκίνητα, σκάφη, σπίτια, σερβίτσια και 2 ταινίες dvd στον αποβλακωμένο αναγνώστη τους. Περιγράφουν μάλιστα με λεπτομέρειες συναντήσεις που δεν έγιναν ποτέ, όπως αυτή των Καραμανλή – Ερτογάν.
Πέρα από τις ευθύνες των εκδοτών – ιδιοκτητών, πέρα από την οικονομική κρίση, μεγάλο μερίδιο ευθύνης για την κρίση που μαστίζει το χώρο της ενημέρωσης έχουν οι ίδιοι οι δημοσιογράφοι, μεμονωμένα και συλλογικά.
Σχετικά με την προσωπική ευθύνη του καθενός μας βλέπω πως το επάγγελμα έχει γεμίσει με ανθρώπους που λένε πρόθυμα «ναι» σε όλα για να επιβιώσουν. Μωροφιλόδοξοι που δεν πειράζει να κάνουν λίγες εκπτώσεις στην αξιοπρέπειά τους, προκειμένου να γίνουν διάσημοι.
Υπάρχουν άνθρωποι που αν τους ζητηθεί να πηδήξουν από το μπαλκόνι «γιατί αυτό κάνει νούμερα» μπορεί και να πηδήξουν. Σε συζητήσεις γύρο από αυτό το θέμα έχω ακούσει τις πιο παράδοξες απαντήσεις: Αν δεν το κάνω εγώ, θα είναι κάποιος άλλος» , ή «εγώ εντολές εκτελώ». Το πρώτο μου θυμίζει απαντήσεις διεφθαρμένων Μεξικανών αστυνομικών που συνεργάζονται με τα καρτέλ των ναρκωτικών. Το δεύτερο μου θυμίζει τις απαντήσεις των ναζί εγκληματιών πολέμου στη δίκη της Νυρεμβέργης.
Σχετικά τώρα με τη συλλογική ευθύνη, αυτή βρίσκεται στο συνδικαλιστικό όργανο των δημοσιογράφων.
Οι απεργίες και οι καταγγελίες είναι καλές σε ό,τι έχει να κάνει με τα κρίσιμα εργασιακά ζητήματα. Τι γίνεται όμως με την ουσία του πράγματος, με την ποιότητα της δουλειάς; Τίποτα. Η μεγαλύτερη ένωση δημοσιογράφων της χώρας δεν ασχολείται σχεδόν καθόλου με την επαγγελματική επιμόρφωση των μελών της. Με άλλα λόγια, «η δημοσίευσις που αποτελεί την ψυχή της δικαιοσύνης» έχει αφεθεί στην τύχη της.
Είναι χαρακτηριστικό πως από τον Ιανουάριο του 2008 ως τον Ιούλιο του 2009 η ΕΣΗΕΑ είχε οργανώσει μόνο ένα σεμινάριο ορθοφωνίας και ένα συνέδριο με τίτλο ¨Η ποίηση σήμερα». Την ίδια περίοδο δεν οργανώθηκε τίποτα για τις νέες τεχνολογίες ή που να εξετάζει ζητήματα ηθικής και αξιοπιστίας στην ενημέρωση. Θα αισθανόμουν ειλικρινά χαρούμενος αν έβρισκα στον ιστότοτοπο της Ένωσης έστω και μία καταδικαστική ανακοίνωση για το ρεπορτάζ με την υποτιθέμενη συνάντηση Καραμανλή – Ερντογάν. Δεν βρήκα τίποτα. Και θα ήμουν ευτυχής αν μάθαινα ότι το συνδικαλιστικό όργανο των δημοσιογράφων κήρυξε 24ωρη απεργία σε κάποιον τηλεοπτικό σταθμό απαιτώντας να ανέβει η ποιότητα του δελτίου. Μέχρι να συμβεί αυτό θα ενημερώνομαι από το διαδίκτυο και θα κοιτώ τη χώρα μου με τα μάτια ενός ξένου. Θα βλέπω τα ΜΜΕ να μαστίζονται από τις επεμβάσεις κέντρων εξουσίας και να αποτελούν πεδίο δράσης μηχανισμών διοχέτευσης πληροφοριών. Θα βλέπω δημοσιογράφους να χορεύουν χέρι χέρι με πολιτικούς το χορό του Ζαλόγγου. Με ολέθριες συνέπειες για τον κλάδο, την ενημέρωση την κοινωνία και τη δημοκρατία.

*Ο Γιώργος Αυγερόπουλος είναι δημοσιογράφος, δημιουργός της βραβευμένης σειράς ντοκιμαντέρ «Εξάντας». Το άρθρο δημοσιεύεται στον "Εναλλακτικό Τύπο" , την εφημερίδα των απολυμένων του "Ελεύθερου Τύπου", ο οποίος θα βρίσκεται στα περίπτερα, ως αύριο Τρίτη.