Κυριακή, 26 Ιουλίου 2009

O Τύπος αναζητεί νέο επιχειρηματικό μοντέλο

Καθώς τα έσοδα μειώνονται, εξετάζονται μη κερδοσκοπικές λύσεις για τις εφημερίδες


The Economist
/ Η Καθημερινή (26.07.2009)

«Τι είναι άσπρο, μαύρο και όλο μαζί κόκκινο;», ρωτάει ο τηλεπαρουσιαστής τον αρχισυντάκτη των N.Y. Times, Μπιλ Κέλερ. Εχοντας ξανακούσει το αστείο, ο κ. Κέλερ απάντησε δίχως δεύτερη σκέψη: «Η εφημερίδα». Είχε, ωστόσο, πέσει στην παγίδα του οικοδεσπότη της σατιρικής εκπομπής «The Daily Show», ο οποίος τον διόρθωσε αμέσως: «Οχι, είναι ο ισολογισμός σας».

Οι φόβοι ότι η «Γκρίζα Κυρία», όπως χαϊδευτικά αποκαλούνται οι N.Y. Times, οδεύει προς το τέλος, έχουν μεγαλώσει. Η κυκλοφορία της εφημερίδας πέφτει, καθώς οι αναγνώστες στρέφονται μαζικά προς το Διαδίκτυο, ενώ η «μετανάστευση» στον κυβερνοχώρο είχε ως συνέπεια τη μείωση των εσόδων από τις διαφημίσεις. Οι απελπισμένοι ιδιοκτήτες της, η οικογένεια των Οκς - Σούλτζμπεργκερ, στράφηκαν πέρυσι προς τον Μεξικανό μεγιστάνα, Κάρλος Σλιμ, αλλά τα χρήματα του τελευταίου μπορεί, εν τέλει, να μην αποδειχτούν αρκετά. Οι Times θεωρούνται μία από τις καλύτερες εφημερίδες παγκοσμίως και τα προβλήματα που αντιμετωπίζουν δεν είναι χειρότερα απ' αυτά που ταλανίζουν το σύνολο της βιομηχανίας του Τύπου.

Η αναζήτηση για ένα εναλλακτικό επιχειρηματικό μοντέλο, πάντως, συνεχίζεται. Η κίνηση στις ιστοσελίδες των εφημερίδων έχει αυξηθεί σημαντικά, πλην όμως δεν παρέχει τα απαιτούμενα έσοδα για την υποστήριξη ενός διευρυμένου δικτύου συντακτών και ρεπόρτερ. Μπορεί το δημοφιλές ειδησεογραφικό μπλογκ «Huffington Post» να αποφέρει κέρδη στους ιδιοκτήτες του, αλλά ο κ. Κέλερ ορθώς επεσήμανε: «Την τελευταία φορά που βρέθηκα στη Βαγδάτη δεν θυμάμαι να είδα κάποιον απεσταλμένο του Huffington Post ή του Google».

Yπηρεσίες online

Μια προσέγγιση αφορά τη χρέωση για τις online υπηρεσίες, εκτός της ετήσιας συνδρομής, από την οποία μόνο η Wall Street Journal έχει βγάλει χρήματα. Ο πρώην συντάκτης του περιοδικού Time, Γουόλτερ Αϊζασκον έχει προκαλέσει μια ενδιαφέρουσα δημόσια συζήτηση, προτείνοντας στους εκδοτικούς οίκους τη λύση των «μικροκαταβολών», βάσει της οποίας ο αναγνώστης θα πληρώνει για κάθε άρθρο που διαβάζει. Ο αρχισυνάκτης των «Φαϊνάνσιαλ Τάιμς», Λάιονελ Μπάρμπερ, έχει προβλέψει ότι σ' ένα χρόνο από σήμερα όλα τα ενημερωτικά έντυπα θα χρεώνουν για την online ανάγνωση. Ηδη, οι «Φαϊνάνσιαλ Τάιμς» επιτρέπουν στον χρήστη να διαβάσει δωρεάν περιορισμένο αριθμό άρθρων και στη συνέχεια, χρεώνουν ανά κείμενο.

Την ίδια στιγμή, τρεις βετεράνοι του χώρου των μέσων ενημέρωσης -ο Στιβ Μπριλ, ο Γκόρντον Κρόβιτς και ο Λίο Χίντερι- δημιούργησαν πρόσφατα την ιστοσελίδα journalismonline.com, η οποία αποτελεί κάτι σαν iTunes για εφημερίδες. Ο χρήστης μπορεί να ανοίξει λογαριασμό και να κάνει αγορές άρθρων ή συνδρομών.

Πολλοί οργανισμοί, επίσης, επιδιώκουν να «σπρώξουν» τον αναγνώστη σε κάποια ηλεκτρονική συσκευή ανάγνωσης, όπως το Kindle. Στο Ιντερνετ, το περιεχόμενο είναι ως επί το πλείστον δωρεάν, αλλά το Kindle απαιτεί πληρωμή στις περισσότερες περιπτώσεις. Ο Economist είναι διαθέσιμος πλέον στο Kindle, όπου το κόστος της μηνιαίας συνδρομής είναι λίγο πιο ακριβό από τη φθηνότερη διετή συνδρομή της έντυπής μας μορφής.

Χαμένα έσοδα

Παρ' όλα αυτά, είναι εξαιρετικά αμφίβολο αν η ηλεκτρονική διανομή μπορεί να καλύψει τα χαμένα έσοδα των έντυπων εκδόσεων. Ολοένα και περισσότεροι άνθρωποι της βιομηχανίας πιστεύουν ότι η μεγαλύτερη ελπίδα για τις εφημερίδες είναι η φιλανθρωπία. Ο σύμβουλος επιχειρήσεων, Κλέι Σέρκι, προβλέπει με πρόσφατό του άρθρο στην ιστοσελίδα του Ινστιτούτου Cato ότι η «μεγάλη εποχή της κηδεμονίας» βρίσκεται προ των πυλών. Η ιδέα ότι οι φιλάνθρωποι μπορούν να σώσουν τις εφημερίδες έκανε την εμφάνιση της προ διετίας, όταν ο όμιλος Tribune ήταν προς πώληση. Αρχικά, είχε ακουστεί ότι οι μεγιστάνες Ντέιβιντ Τζέφεν και Ελι Μπροντ θα αγόραζαν μία από τις εφημερίδες του ομίλου, την Los Angeles Times. Λεγόταν, δε, ότι θα την διαχειρίζονταν μέσω ενός μη κερδοσκοπικού οργανισμού. Εν τέλει, ο όμιλος αγοράστηκε από τον δισεκατομμυριούχο Σαμ Ζελ. Το γεγονός ότι ο κ. Ζελ προχώρησε στην αγορά μολονότι δεν τον συνέφερε οικονομικά, δημιούργησε ερωτήματα, αν και όπως αποδείχτηκε επρόκειτο περισσότερο για μεγάλο επιχειρηματικό σφάλμα, παρά για κίνηση φιλανθρωπίας. Σήμερα, ακούγεται και πάλι ότι οι κ. Τζέφεν και Μπροντ θα επανέλθουν στο προσκήνιο προκειμένου να σώσουν κάποιους γνωστούς τίτλους.

Tέσσερις διέξοδοι για τους New York Times

«Ενα μη κερδοσκοπικό μοντέλο για τους N.Y. Times». Αυτός είναι ο τίτλος του συναρπαστικού άρθρου της καθηγήτριας του Πανεπιστημίου της Βόρειας Καρολίνας, Πενέλοπι Μιουζ Αμπερνάθι. Επισημαίνεται ότι η πανεπιστημιακή της έδρα χρηματοδοτείται από το Ιδρυμα Knight, που διαθέτει μετοχές του ομώνυμου ομίλου εφημερίδων. Στο άρθρο εξετάζονται τέσσερις πιθανότητες: η δημιουργία ενός ταμείου επιχορηγήσεων, το οποίο θα παρέχει τα κεφάλαια για τη διατήρηση των ειδησεογραφικών τμημάτων της εφημερίδας, η χρηματοδότηση συγκεκριμένων θεμάτων του εντύπου από φιλανθρωπικά ιδρύματα, η αγορά της εφημερίδας από κάποιο ΑΕΙ ή άλλο εκπαιδευτικό ίδρυμα, ή η αγορά από κάποιον επενδυτή «άγγελο», ο οποίος θα διαχειριστεί την εφημερίδα ως «εταιρεία χαμηλού κέρδους και περιορισμένης ευθύνης».

Στις 18 Ιουλίου, δημοσιεύτηκε στους Times άρθρο με τίτλο «Μια εφημερίδα, πολλά βιβλία επιταγών», με το οποίο η διεύθυνση της εφημερίδας παραδέχεται ότι συνεργάζεται ήδη με φιλανθρωπικά ιδρύματα. Ενα απ' αυτά είναι το ProPublica, το οποίο χρηματοδοτεί δημοσιογραφικές έρευνες με χρηματικά ποσά που επιχορηγούν ο Χέρμπερτ και η Μάριο Σάντλερ, ιδρυτές του ομίλου Goldern West Financial. Οι Σάντλερς έχουν αναθέσει το ProPublica στον πρώην συντάκτη της Wall Street Journal, Πολ Στέιγκερ. Το ίδρυμα έχει «παράξει» δημοσιογραφικές έρευνες, οι οποίες είναι αρκετά καλές, ώστε να δημοσιεύονται στους Times. Η εφημερίδα, άλλωστε, τα δημοσιεύει χώρις να καταβάλει ούτε ένα δολάριο. Ο άλλος «συνεργάτης» των Times είναι η ιστοσελίδα Spot.Us. Εκεί, οι δημοσιογράφοι μπορούν να μοιραστούν με το αναγνωστικό κοινό ιδέες για θέματα που επιθυμούν να διερευνήσουν, καθώς και το κόστος τους και να συγκεντρώσουν το ποσό που απαιτείται από το κοινό. Οι Times έχουν ήδη δεσμευτεί να δημοσιεύσουν άρθρο αναφορικά μ' ένα τεράστιο όγκο σκουπιδιών που πλέει στα νερά του Ειρηνικού Ωκεανού, αν ο δημοσιογράφος κατορθώσει να συγκεντρώσει τα χρήματα που χρειάζονται για το ταξίδι.

Φυσικά, η αποδοχή χρηματικών ποσών από φιλανθρωπικά ιδρύματα μπορεί να δημιουργήσει αλληλοσυγκρούομενα συμφέροντα. Ποια μπορεί να είναι αυτά, βέβαια, είναι μια τελείως διαφορετική υπόθεση - την οποία ενδέχεται να σας αποκαλύψει ο εκάστοτε αρθρογράφος αν του στείλετε μια ωραία επιταγή σ' ένα φάκελο με την ένδειξη «αυστηρά προσωπικό».

Κυριακή, 19 Ιουλίου 2009

Η εφημερίδα - εμπόρευμα φτάνει στο τέλος της;

Πρέπει να επανεξετάσουμε τον ρόλο της δημόσιας, αλλά ανεξάρτητης πληροφόρησης

Του Πέτρου Παπακωνσταντίνου
(Καθημερινή 19.07.2009)

Τον Απρίλιο του 2008 εγκαινιάστηκε το Μουσείο Τύπου σε ένα όμορφο κτίριο, ανάμεσα στον Λευκό Οίκο και το Κογκρέσο. Το «Newseum» φιλοξενεί αφιερώματα στις καλύτερες στιγμές της αμερικανικής δημοσιογραφίας -πολεμικές ανταποκρίσεις, αντίσταση στο αντικομμουνιστικό κυνήγι μαγισσών του Μακαρθισμού, αποκαλύψεις για το Γουότεργκεϊτ- στο πνεύμα του Τόμας Τζέφερσον: «Αν έπρεπε να διαλέξω ανάμεσα στη σωτηρία της κυβέρνησης και τη σωτηρία του ελεύθερου Τύπου, θα διάλεγα το δεύτερο». Στις μέρες μας, η επιλογή δεν είναι τόσο απλή. Έξι μήνες μετά τα εγκαίνια του Newseum, σταμάτησε την έκδοσή της η αιωνόβια ChristiaScience Monitor. Στους έξι πρώτους μήνες του 2008, απολύθηκαν 4.500 Αμερικανοί δημοσιογράφοι.

Το νεόδμητο μουσείο και το κακό ριζικό του αναφέρονται στο βιβλίο του Γάλλου δημοσιογράφου Μπερνάρ Πουλέ «Το τέλος των εφημερίδων και το μέλλον της πληροφόρησης», που κυκλοφόρησε πρόσφατα από τις εκδόσεις Gallimard.

Η διάγνωση δεν αφήνει περιθώρια για φτηνές ελπίδες. «Οσοι αισθάνονται υποχρεωμένοι να καταδικάσουν τον ρόλο της Κασσάνδρας», γράφει ο Πουλέ, «δυστυχώς λησμονούν ότι το πρόβλημα δεν ήταν η Κασσάνδρα... αλλά οι Τρώες, που δεν την πίστεψαν όταν τους ανακοίνωσε την επικείμενη καταστροφή της πόλης. Η άρνηση της πραγματικότητας δεν απέτρεψε τον θάνατο της Τροίας και δεν θα αποτρέψει τη χρεοκοπία των εφημερίδων». Ή, όπως δήλωσε ο πλουσιότερος άνθρωπος στον κόσμο, Γουόρεν Μπάφετ, «οι αναγνώστες των εφημερίδων παίρνουν τον δρόμο προς το νεκροταφείο, ενώ οι μη αναγνώστες εφημερίδων βγαίνουν από τα πανεπιστήμια».

Οι δύο μύθοι

Πέραν του πλούσιου εμπειρικού υλικού, το βιβλίο του Πουλέ έχει αξία γιατί, στην προσπάθειά του να ανιχνεύσει τις αιτίες της παθογένειας, προχωράει πέρα από τα γνωστά κλισέ -κρίση αξιοπιστίας των εφημερίδων λόγω διαπλοκής, νέα ηλεκτρονικά μέσα, πτώση των διαφημιστικών εσόδων- και αποδομεί δημοφιλείς μύθους.

Πρώτον: Τον μύθο ότι το πρόβλημα μπορεί να λυθεί από κάποιους Μαικήνες ή με την εισαγωγή των εφημερίδων στο χρηματιστήριο. Στην πραγματικότητα, πολλοί κολοσσοί που αγόρασαν εφημερίδες (ο Ντασό με τη Figaro, ο Ροτσίλντ με τη Liberatioκ.λπ.) επιτάχυναν την κρίση τους, αντί να την αναστείλουν.

Η εισαγωγή εφημερίδων στο χρηματιστήριο οδήγησε συχνά στο να κυριαρχήσει το συμφέρον του μετόχου πάνω στο συμφέρον του αναγνώστη, η βραχυπρόθεσμη κερδοφορία της εφημερίδας (η οποία, αν υπονομευτεί, απειλεί να τραβήξει προς τα κάτω τις μετοχές ολόκληρου του ομίλου) πάνω στην αξιοπιστία, την πρωτοτυπία και την ελκυστικότητά της. Από εδώ και η τάση για πάση θυσία μείωση του κόστους εργασίας, με αναπόφευκτες συνέπειες στην ποιότητα του προϊόντος. Σημειωτέον ότι οι περισσότερες από τις πιο σοβαρές, διεθνώς, εφημερίδες -New York Times, Franfkurter Allgemeine Zeitung, WashingtoPost κ.ά.- δεν ανήκουν σε μεγάλους επιχειρηματικούς ομίλους.

Δεύτερον: Τον τεχνοκρατικό μύθο ότι οι εφημερίδες είναι το πρόβλημα και τα ηλεκτρονικά μέσα η λύση. Με πληθώρα στοιχείων, ο Πουλέ αποδεικνύει ότι είναι το σύνολο των ενημερωτικών προϊόντων -ιστοσελίδες, δελτία ειδήσεων στην τηλεόραση και το ράδιο, περιοδικά, εφημερίδες- που βρίσκονται σε καθοδική τροχιά. Με άλλα λόγια, βρισκόμαστε μπροστά σε μια γενικευμένη κρίση της ενημέρωσης, η οποία συνδέεται με βαθύτερες μεταλλάξεις στο κοινωνικό σώμα (εντατικοποίηση της εργασίας και απορρύθμιση του ελεύθερου χρόνου, κρίση των ιδεολογιών και της πολιτικής, απορρύθμιση του συλλογικού κ.ά.).

Τρομακτική νάρκη

Είναι αλήθεια ότι η κρίση πλήττει με ιδιαίτερη σφοδρότητα τις εφημερίδες, αλλά και κάθε μορφή γραπτού λόγου (βιβλία και περιοδικά, με εξαίρεση τα καθαρά χρηστικά προϊόντα), σε μια κοινωνία μοναχικών ξένων, που σερφάρουν χωρίς να διαβάζουν, καλύπτοντας με την υστερική «επικοινωνία» των SMS και των e-mail, το έλλειμμα επικοινωνίας αισθημάτων και σκέψεων. Ωστόσο, είναι πολύ μακριά από την πραγματικότητα όσοι πιστεύουν ότι η απάντηση σ' αυτό το πρόβλημα βρίσκεται στο Ιντερνετ και όλα τα συμπαρομαρτούντα (ηλεκτρονική εφημερίδα, ηλεκτρονικό βιβλίο κ.ά.). Αντίθετα, το «Ιντερνετ» και ευρύτερα η λεγόμενη «οικονομία της γνώσης» αναδεικνύουν μια τρομακτική νάρκη στα θεμέλια του σύγχρονου καπιταλισμού: την κρίση του copyright σε όλες τις μορφές του, από τα άρθρα των εφημερίδων και τα βιβλία, μέχρι τα CD, τα DVD, τα λογισμικά και τα φάρμακα της μοριακής Βιολογίας. Κρίση, που εκδηλώνεται με το εκθετικά μεγεθυνόμενο, σε παγκόσμια κλίμακα, φαινόμενο της λεγόμενης «πειρατείας», η οποία οδηγεί σε ακατάσχετη αιμορραγία διαφυγόντων κερδών και υπονομεύει τα θεμέλια αυτοκρατοριών της «Νέας Οικονομίας».

Αν δούμε υπό αυτή την ευρύτερη οπτική γωνία την κρίση της έντυπης δημοσιογραφίας, θα την αναγνωρίσουμε ως κρίση της εφημερίδας-εμπόρευμα. Μπορεί όντως να μην υπάρχει, μακροπρόθεσμα, επιχειρηματικά βιώσιμη στρατηγική για την έκδοση ενημερωτικών εφημερίδων πανεθνικής εμβέλειας. Ή μπορεί, με αποκλειστικό κριτήριο τη βραχυπρόθεσμη κερδοφορία, μόνη λύση να αποδειχθεί ο Τύπος δύο ταχυτήτων - πλούσιες και ακριβές εφημερίδες για τους πλούσιους, φτωχές και φτηνές εφημερίδες για τους φτωχούς.

Αν είναι όμως έτσι τα πράγματα, τότε θα έπρεπε, ίσως, να σκεφθούμε ένα νέο μοντέλο, δημόσιας και συνεταιριστικής πληροφόρησης, πλάι στην ιδιωτική - ενδεχομένως και σε σύμπραξη με τον ιδιωτικό τομέα. Όπως έχουμε αποδεχθεί ότι υπάρχουν πράγματα, σαν την Υγεία και την Παιδεία, όπου το Δημόσιο υποχρεούται να παίζει πρωταγωνιστικό ρόλο, έτσι μπορεί να το δεχθούμε και για την πληροφόρηση.

Αυτό, βέβαια, δεν σημαίνει ότι το κράτος θα έσπευδε να εκδώσει απευθείας τις δικές του «Ιζβέστια». Θα μπορούσε, ωστόσο, να ενθαρρύνει εκδοτικές προσπάθειες από θεσμούς όπως τα μορφωτικά ιδρύματα μεγάλων τραπεζών, πανεπιστήμια, Δήμοι ή επιχειρήσεις κοινής ωφέλειας. Η εμπειρία του βρετανικού BBC, έστω κι αν αφορά τη ραδιοτηλεόραση, είναι ενθαρρυντική. Σε κάθε περίπτωση, η διεισδυτική ερευνητική δημοσιογραφία και η διαφωτιστική ανάλυση είναι αναγκαίες όχι μόνο στο ευρύ κοινό, αλλά και στις ίδιες τις κυρίαρχες τάξεις, τουλάχιστον όσο αναγκαία τους είναι τα μεταφορικά δίκτυα, ο ηλεκτρισμός και οι τηλεπικοινωνίες. Γι' αυτό κάποια στιγμή θα πρέπει, μάλλον, να αποφασίσουν ότι αξίζει τον κόπο να καταβάλουν το απαιτούμενο τίμημα.

Παρασκευή, 17 Ιουλίου 2009

Τα Μέσα Ενημέρωσης σε δίλημμα

του Κωνσταντίνου Καμάρα


(Νέα 17.07.2009)

Το ότι οι περισσότεροι οικονομικοί δείκτες και τα μεγέθη συσχετίζονται (σε μικρό ή μεγάλο βαθμό) με τον ρυθμό αύξησης του Ακαθάριστου Εγχώριου Προϊόντος είναι γνωστό. Το ίδιο ισχύει, προφανώς, και για τον αριθμό συγχωνεύσεων και εξαγορών στον επιχειρηματικό χώρο. Συχνά τέτοιου είδους δραστηριότητα σηματοδοτεί εξελίξεις τόσο στην ευρύτερη οικονομία όσο και σε επιμέρους κλάδους, εάν αυτοί αποκλίνουν (θετικά ή αρνητικά) από τον μέσο όρο. Όχι πως εξαγορές και συγχωνεύσεις προκύπτουν μόνο τις ανθηρές εποχές, όταν υπάρχουν κεφάλαια και επιθετικοί στόχοι. Τουναντίον, οι υφέσεις ενίοτε οδηγούν σε «αμυντικές» ή «ορθολογικές» συγχωνεύσεις, ή και σε περιπτώσεις όπου μία εταιρεία δέχεται να εξαγοραστεί για να μην κλείσει. Το μόνο βέβαιο είναι πως σχεδόν παντελής απουσία τέτοιων συναλλαγών συνήθως μεταφράζεται σε χρόνια ή οριστική παρακμή ενός κλάδου. Ό,τι δηλαδή συμβαίνει σήμερα στον Τύπο. Ή όχι;

Θεωρητικά, η συγκυρία θα έπρεπε να κριθεί ως ιδιαίτερα θετική για σχετικές επιχειρηματικές κινήσεις. Πρώτον, η παρατεταμένη ύφεση και τα απογοητευτικά αποτελέσματα εταιρειών Μέσων Ενημέρωσης έχουν οδηγήσει σε χαμηλές- άρα και ελκυστικές για πιθανούς αγοραστές- αποτιμήσεις. Δεύτερον, οι πρώτες ενδείξεις ανάκαμψης διεθνώς αρχίζουν να αλλάζουν σταδιακά το κλίμα, δίνοντας αίσθηση θετικής προοπτικής στην όποια στρατηγική απόφαση. Τέλος, η ένταση της ύφεσης ξεκαθάρισε το τοπίο όσον αφορά το μέλλον των ΜΜΕ, διέλυσε στρατηγικά διλήμματα και κατέστησε συγκεκριμένες πολιτικές (λ.χ. έμφαση στα ψηφιακά Μέσα) μονόδρομο. Και όμως, σύμφωνα με τους περισσότερους ειδήμονες, οι εξαγορές και συγχωνεύσεις στον χώρο των Μέσων Ενημέρωσης θα είναι ελάχιστες τουλάχιστον μέχρι τα τέλη του επόμενου έτους. Η βασική αιτία συνίσταται στο ότι σχεδόν όλες οι επιχειρήσεις ΜΜΕ έχουν ταυτόχρονα υψηλό δανεισμό και- για το άμεσο μέλλον- αβέβαιη ρευστότητα, συνεπώς καμία δεν δύναται να μπει στη θέση του αγοραστή. Έτσι, οι υποψήφιοι πρέπει να αναζητηθούν σε άλλους κλάδους συγγενικούς ή μη, οι οποίοι ωστόσο, βλέποντας τις εγγενείς δομικές δυσκολίες του χώρου των Μέσων, δεν είναι ιδιαίτερα πιθανό να σπεύσουν ως αρωγοί ή σωτήρες.

Γι΄ αυτό και η εξαγορά του ομίλου Βlethen Μaine Νewspapers- που εκδίδει τις Ρortland Ρress Ηerald και Μaine Sunday Τelegram- από την εταιρεία επενδύσεων ΗΜ Capital Ρartners προκαλεί ιδιαίτερο ενδιαφέρον, ειδικά εφόσον δεν πρόκειται για πασίγνωστους εθνικούς τίτλους αλλά για απλές επαρχιακές εφημερίδες. Ωστόσο, μια αναλυτική εξέταση των δεδομένων πιθανόν αποκαλύπτει τα σημεία αξίας της εξαγοράς και ενδεχομένως δείχνει τον δρόμο για μελλοντικές κινήσεις στον Τύπο. Πρώτον, τα εν λόγω έντυπα είναι τοπικά μονοπώλια, σε μία εποχή όπου οι καταρρέοντες τίτλοι τείνουν να βρίσκονται σε πόλεις με δυοπώλιο, άρα με ανταγωνισμό, όπως η Βοστώνη, το Σικάγο, το Σιάτλ και το Ντένβερ. Δεύτερον, εκτιμάται ότι οι μικρότερες πόλεις και κοινότητες υποστηρίζουν θερμότερα την εφημερίδα τους αφού, λόγω περιορισμένου μεγέθους δυνητικής αγοράς, οι παγκόσμιοι γίγαντες του Διαδικτύου δεν έχουν σπεύσει ακόμα να προσφέρουν αντίστοιχες ηλεκτρονικές υπηρεσίες ενημέρωσης. Τρίτον, η τελική αποτίμηση του ομίλου ήταν ρεαλιστικά χαμηλή, ενώ παραδόξως ο συνολικός δανεισμός του προέκυψε ως σχετικά περιορισμένος.

Εν τούτοις, ίσως το σημαντικότερο σημείο που πρέπει να υπογραμμιστεί είναι η συμφωνία με τα συνδικάτα. Άλλωστε, οι επενδυτές είχαν αρνηθεί να ολοκληρώσουν την εξαγορά εάν τούτο το ζήτημα δεν είχε λυθεί πρώτα. Η πρόταση ήταν σαφώς δυσάρεστη καθώς περιελάμβανε τόσο μειώσεις απολαβών όσο και σταδιακές περικοπές προσωπικού. Ωστόσο, τελικά οι συνδικαλιστές την ενέκριναν όταν συνειδητοποίησαν πως, υπό τις παρούσες (και διαφαινόμενες μελλοντικές) συνθήκες, η άλλη επιλογή ήταν το κλείσιμο των εφημερίδων σε μερικούς μήνες και, συνεπώς, η απώλεια όλων των θέσεων εργασίας. Πεφωτισμένοι ή μειοδότες; Το μέλλον πολλών εφημερίδων στον δυτικό κόσμο θα εξαρτηθεί από το πώς θα τους κρίνουν οι συνάδελφοί τους...


ΕΝΑΝΤΙΑ ΣΤΟ ΡΕΥΜΑ; Παρά τις ελκυστικές για πιθανούς αγοραστές αποτιμήσεις- σύμφωνα με τους περισσότερους ειδήμονες - οι εξαγορές και συγχωνεύσεις στον χώρο των Μέσων Ενημέρωσης θα είναι ελάχιστες τουλάχιστον μέχρι τα τέλη του επόμενου έτους.


*Ο Κωνσταντίνος Καμάρας είναι σύμβουλος της Διεθνούς Ένωσης Εφημερίδων και μέλος Δ.Σ. του ΙΑΒ Εurope, πανευρωπαϊκού οργανισμού για τη διαδραστική επικοινωνία

Τετάρτη, 15 Ιουλίου 2009

Οι 6 προτάσεις Τσίπρα για την κρίση στα media

Απόσπασμα από τη συνέντευξή του στο City (16.07.2009)


Το πρώτο σημείο: Ξέρετε έχουμε μια κρατική διαφήμιση που αφορά όλα τα έντυπα μέσα, όλες τις εφημερίδες η οποία τον προηγούμενο χρόνο, σε ονομαστικές τιμές, έφτασε στο ύψος των 83 εκατομμυρίων ευρώ και αυτή η διαφήμιση γνωρίζουμε ότι κατανέμεται με αδιαφανή και ευνοιοκρατικό τρόπο. Είναι ώρα να τεθούν συγκεκριμένα κριτήρια και να μην είναι μοναδικό κριτήριο η κυκλοφορία αλλά να είναι και κριτήριο οι θέσεις απασχόλησης σε μια εφημερίδα δηλ πόσοι εργαζόμενοι απασχολούνται σε καθεστώς πλήρους εργασίας, 83 εκατομμύρια δεν είναι λίγα χρήματα από το δημόσιο προϋπολογισμό και την ίδια στιγμή να έχουμε ασυδοσία των διοικήσεων να πετάνε τους εργαζόμενους στο δρόμο. Αυτός είναι ο πρώτος άξονας των προτάσεων.

Δεύτερος άξονας των προτάσεων: Οι επιχειρήσεις του Τύπου, ιδιαίτερα όσες από αυτές τις επιχειρήσεις διασώζονται με κρατική αιμοδοσία, με κρατική επιχορήγηση, ότι δεν προχωρήσουν σε απολύσεις, τουλάχιστον για ένα συγκεκριμένο χρονικό διάστημα. Η πρόταση αυτή δεν είναι καμιά ριζοσπαστική πρόταση, ενός αριστερού κόμματος που δεν αντιλαμβάνεται την πραγματικότητα και θεωρεί ότι ζούμε σε συνθήκες σοσιαλισμού. Είναι μια πρόταση η οποία εφαρμόστηκε στην Γαλλία από τον δεξιό κ. Σαρκοζί. Μαζί και με άλλες προτάσεις, βεβαίως, που έχουν ενδιαφέρον να δούμε όπως η κρατική επιχορήγηση σε εφημερίδες προκειμένου να αποκτούν νέο αγοραστικό κοινό, με συνδρομές σε νέους εργαζόμενους, σε άνεργους. Δεύτερος άξονας των προτάσεων μας οπότε είναι να μην έχουν το δικαίωμα να προχωρήσουν σε απολύσεις εκείνες οι εταιρίες, επιχειρήσεις τύπου που παίρνουν κρατικές επιχορηγήσεις.

Τρίτος άξονας: Οι επιχειρήσεις τύπου, κατά τη γνώμη μας, είναι επιχειρήσεις ειδικού σκοπού και όλοι αντιλαμβανόμαστε ότι επιτελούν ένα λειτούργημα, αυτό της ενημέρωσης. Δεν είναι λοιπόν αποδεκτό να λειτουργούν με αμιγώς επιχειρηματικές σκοπιμότητες και να μας αιφνιδιάζουν. Επιβάλλεται λοιπόν οι εκπρόσωποι των εργαζομένων να συμμετέχουν στη διοίκηση των εταιριών αυτών ώστε να διασφαλίζεται μια στοιχειώδης διαφάνεια στη λήψη των αποφάσεων και να διασφαλίζεται και η δυνατότητα έγκαιρης παρέμβασης των εργαζομένων σε τέτοιου είδους επιδιώξεις όπως αυτή που είδαμε στον Ελεύθερο Τύπο.

Τέταρτος άξονας: Το αιφνιδιαστικό κλείσιμο του Ελεύθερου Τύπου ανάδειξε όλο αυτό το εργασιακό καθεστώς που επικρατεί στον χώρο των ΜΜΕ. Πολλοί από τους συναδέλφους σας δεν θα έχουν ούτε καν τη δυνατότητα να ενταχθούν σε καθεστώς ανεργίας και να παίρνουν το επίδομα. Διότι παρά το γεγονός ότι είναι μισθωτοί εργαζόμενοι καταγράφονται ως αυτοαπασχολούμενοι, με μπλοκάκια. Εδώ πρέπει να υπάρξει μια στοιχειώδης δυνατότητα ώστε να δοθεί η δυνατότητα να καταφύγουν στο επίδομα ανεργίας αυτοί οι μισθωτοί που καταγράφονται ως αυτοαπασχολούμενοι. Είναι μια στοιχειώδης πράξη κοινωνικής αλληλεγγύης την οποία οφείλει η κυβέρνηση.

Πέμπτος άξονας: Να υπάρξει λήψη μέτρων και να ενισχυθεί η προοπτική της εισόδου στον τύπο κοινωνικών φορέων, συλλογικών εγχειρημάτων των συντακτών. Με βάση συγκεκριμένα και αυστηρά κριτήρια αλλά αυτό είναι κάτι που έχει προοπτική και ιδιαίτερο ενδιαφέρον και είναι πρωτοπόρα η διαδικασία που βλέπουμε εδώ, της λειτουργίας δηλ του ραδιοφωνικού σταθμού και της έστω και εβδομαδιαίας κυκλοφορίας ενός δεκαεξασέλιδου του Ελεύθερου Τύπου ως ένθετο σε άλλες εφημερίδες.

Έκτο και τελευταίο: Αυτή τη στιγμή υπάρχει μια διαδικασία εκκαθάρισης. Η εκκαθάριση όπως γνωρίζουμε στην επιχείρησης αυτή. Ο εκκαθαριστής λοιπόν οφείλει να δώσει όλα τα δεδομένα στους εργαζόμενους. Δεν μπορούμε να συζητάμε περί προστασίας προσωπικών δεδομένων- τι ειρωνεία;- την ίδια στιγμή που ψηφίζει η κυβέρνηση στη Βουλή για τράπεζες DNA, για κάμερες παντού. Έλεος. Άρα λοιπόν εδώ είναι μια δημόσια διαδικασία όχι να τα δώσει φόρα παρτίδα, στους εργαζόμενους όμως που ζητάνε τα στοιχεία νομίζω ότι είναι υποχρεωμένος ο εκκαθαριστής να τα δώσει.

Κυριακή, 12 Ιουλίου 2009

Βάλαμε τα χέρια μας και βγάλαμε τα μάτια μας…

του Γιώργου ΑΥΓΕΡΟΠΟΥΛΟΥ*

Πρόλαβα μια εποχή όπου οι δημοσιογράφοι ήταν δημοσιογράφοι και όχι τηλεπερσόνες και μεγαλοπαράγοντες. Τότε τα δελτία ήταν μισής ώρας και έπαιζαν πραγματικές ειδήσεις, ενώ οι εφημερίδες στηρίζονταν στο ρεπορτάζ. Πρόλαβα μια εποχή όπου ο κόσμος αισθανόταν το δημοσιογράφο δίπλα του, σύμμαχο ενάντια στην αδικία και όχι ένα λαμόγιο. Αυτά συνέβαιναν πριν από 20 χρόνια. Σήμερα τα τηλεοπτικά δελτία έχουν μετεξελιχθεί σε lifestyle μαγκαζίνο η σε εκπομπές γνώμης όπου ο θεατής πρώτα ακούει το σχόλιο και έπειτα την είδηση. Οι εφημερίδες,
από την άλλη, έχουν γίνει πολυέντυπα που προσφέρουν αυτοκίνητα, σκάφη, σπίτια, σερβίτσια και 2 ταινίες dvd στον αποβλακωμένο αναγνώστη τους. Περιγράφουν μάλιστα με λεπτομέρειες συναντήσεις που δεν έγιναν ποτέ, όπως αυτή των Καραμανλή – Ερτογάν.
Πέρα από τις ευθύνες των εκδοτών – ιδιοκτητών, πέρα από την οικονομική κρίση, μεγάλο μερίδιο ευθύνης για την κρίση που μαστίζει το χώρο της ενημέρωσης έχουν οι ίδιοι οι δημοσιογράφοι, μεμονωμένα και συλλογικά.
Σχετικά με την προσωπική ευθύνη του καθενός μας βλέπω πως το επάγγελμα έχει γεμίσει με ανθρώπους που λένε πρόθυμα «ναι» σε όλα για να επιβιώσουν. Μωροφιλόδοξοι που δεν πειράζει να κάνουν λίγες εκπτώσεις στην αξιοπρέπειά τους, προκειμένου να γίνουν διάσημοι.
Υπάρχουν άνθρωποι που αν τους ζητηθεί να πηδήξουν από το μπαλκόνι «γιατί αυτό κάνει νούμερα» μπορεί και να πηδήξουν. Σε συζητήσεις γύρο από αυτό το θέμα έχω ακούσει τις πιο παράδοξες απαντήσεις: Αν δεν το κάνω εγώ, θα είναι κάποιος άλλος» , ή «εγώ εντολές εκτελώ». Το πρώτο μου θυμίζει απαντήσεις διεφθαρμένων Μεξικανών αστυνομικών που συνεργάζονται με τα καρτέλ των ναρκωτικών. Το δεύτερο μου θυμίζει τις απαντήσεις των ναζί εγκληματιών πολέμου στη δίκη της Νυρεμβέργης.
Σχετικά τώρα με τη συλλογική ευθύνη, αυτή βρίσκεται στο συνδικαλιστικό όργανο των δημοσιογράφων.
Οι απεργίες και οι καταγγελίες είναι καλές σε ό,τι έχει να κάνει με τα κρίσιμα εργασιακά ζητήματα. Τι γίνεται όμως με την ουσία του πράγματος, με την ποιότητα της δουλειάς; Τίποτα. Η μεγαλύτερη ένωση δημοσιογράφων της χώρας δεν ασχολείται σχεδόν καθόλου με την επαγγελματική επιμόρφωση των μελών της. Με άλλα λόγια, «η δημοσίευσις που αποτελεί την ψυχή της δικαιοσύνης» έχει αφεθεί στην τύχη της.
Είναι χαρακτηριστικό πως από τον Ιανουάριο του 2008 ως τον Ιούλιο του 2009 η ΕΣΗΕΑ είχε οργανώσει μόνο ένα σεμινάριο ορθοφωνίας και ένα συνέδριο με τίτλο ¨Η ποίηση σήμερα». Την ίδια περίοδο δεν οργανώθηκε τίποτα για τις νέες τεχνολογίες ή που να εξετάζει ζητήματα ηθικής και αξιοπιστίας στην ενημέρωση. Θα αισθανόμουν ειλικρινά χαρούμενος αν έβρισκα στον ιστότοτοπο της Ένωσης έστω και μία καταδικαστική ανακοίνωση για το ρεπορτάζ με την υποτιθέμενη συνάντηση Καραμανλή – Ερντογάν. Δεν βρήκα τίποτα. Και θα ήμουν ευτυχής αν μάθαινα ότι το συνδικαλιστικό όργανο των δημοσιογράφων κήρυξε 24ωρη απεργία σε κάποιον τηλεοπτικό σταθμό απαιτώντας να ανέβει η ποιότητα του δελτίου. Μέχρι να συμβεί αυτό θα ενημερώνομαι από το διαδίκτυο και θα κοιτώ τη χώρα μου με τα μάτια ενός ξένου. Θα βλέπω τα ΜΜΕ να μαστίζονται από τις επεμβάσεις κέντρων εξουσίας και να αποτελούν πεδίο δράσης μηχανισμών διοχέτευσης πληροφοριών. Θα βλέπω δημοσιογράφους να χορεύουν χέρι χέρι με πολιτικούς το χορό του Ζαλόγγου. Με ολέθριες συνέπειες για τον κλάδο, την ενημέρωση την κοινωνία και τη δημοκρατία.

*Ο Γιώργος Αυγερόπουλος είναι δημοσιογράφος, δημιουργός της βραβευμένης σειράς ντοκιμαντέρ «Εξάντας». Το άρθρο δημοσιεύεται στον "Εναλλακτικό Τύπο" , την εφημερίδα των απολυμένων του "Ελεύθερου Τύπου", ο οποίος θα βρίσκεται στα περίπτερα, ως αύριο Τρίτη.

15 ιδέες για την αντιμετώπιση της κρίσης

του Βασίλη Κουφόπουλου


1.Απόσυρση της ΕΡΤ από τη διαφημιστική αγορά, εφόσον λαμβάνει ανταποδοτικό τέλος και κρατική επιχορήγηση. Δημοσίευση ξεχωριστών λογαριασμών, με τα έσοδα από διαφήμιση και ανταποδοτικό τέλος για τις δαπάνες της των προηγούμενων ετών.
2. Κατάργηση της δεύτερης μισθωτής απασχόλησης σε ΜΜΕ. Η δεύτερη εργασία, μόνο με δελτίο παροχής υπηρεσιών
3.Κατάργηση των απευθείας προσλήψεων δημοσιογράφων στα γραφεία Τύπου , γραφεία υπουργών, ΕΡΤ και τις λοιπές υπηρεσίες του δημοσίου . Η τοποθέτηση τους να γίνεται με διαγωνισμό με βάση επαγγελματικά (πτυχία , γλώσσες ) και κοινωνικά κριτήρια (ανεργία με διαφανείς διαδικασίες) ανάρτηση στο Internet όλων των φάσεων της διαδικασίας . Η πρόσληψη σημαίνει αυτόματα πως ο δημοσιογράφος δεν μπορεί να εργαστεί σε ΜΜΕ.
4.Υποχρεωτική δημοσιοποίηση της λίστας εργαζόμενων δημοσιογράφων άνευ αιτήματος ενώσεων από τη γενική γραμματεία Τύπου, , και από τα αρμόδια υπουργεία, ΔΕΚΟ, κ.α.
5.Στην περίπτωση της οποιασδήποτε κρατικής ενίσχυσης των ΜΜΕ, υπό τη μορφή δανεισμού ή εγγυήσεων, η επιχείρηση απαγορεύεται να προχωρήσει σε απόλυση, ή απομάκρυνση προσωπικού. Η παραβίαση του όρου να τιμωρείται με φυλάκιση του διευθύνοντος συμβούλου.
6.Κεντρική διαχείριση της κρατικής διαφήμισης με τη θέσπιση του κανόνα ίσος αριθμός καταχωρήσεων με διαφορετικό τιμολόγιο ανάλογα με την κυκλοφορία. Η γενική γραμματεία Τύπου που θα έχει την ευθύνη είναι υποχρεωμένη να αποφασίζει για την αναγκαιότητα της καμπάνιας, τον ανάδοχο, και να παρουσιάζει αναλυτικά στοιχεία στο Διαδύκτιο για το κόστος κάθε διαφήμισης , με παράλληλη κατάργηση των επιστροφών
7.Πιστοποίηση κυκλοφοριών : Δημιουργία γραφείου πιστοποίησης κυκλοφορίας Ειδικά για τις δωρεάν εφημερίδες, θέσπιση οριζόντιου ελέγχου στον πραγματικό αριθμό των φύλλων που τυπώνονται, με την αναζήτηση όχι μόνο του αρχικού τιμολογίου, αλλά και του πιστωτικού που συνήθως εκδίδεται στη συνέχεια.
8.Πιστοποίηση μετρήσεων : Ανάθεση στο ΙΟΜ του ελέγχου όλων των μετρήσεων (αναγνωσιμότητα, ακροαματικότητα, θεαματικότητα ) Σε συνεργασία με τα Πανεπιστήμια έκδοση πραγματικών στοιχείων μέτρησης της διαφημιστικής δαπάνης.
9.Κεντρική διαχείρισης της προμήθειας χάρτου. Μια τιμή για όλες τις εφημερίδες.
10.Μείωση κατά 50% του τέλους χρήσης συχνοτήτων των τηλεοπτικών σταθμών όσο διαρκεί η κρίση .
11.Έκδοση αναλογικών και ψηφιακών αδειών ραδιοφωνικών και τηλεοπτικών σταθμών
12.Συμφωνία τιμής μεταξύ των εκδοτών για την απόσυρση από τις προσφορές των ταινιών που επιβαρύνουν με τεράστιο κόστος τις εταιρείες. Θέσπιση κανόνων για προσφορές που έχουν άμεση συνάφεια με το εκδοτικό αντικείμενο. (πχ ντοκιμαντέρ)
13.Ασφάλιση στο ΕΤΑΠ-ΜΜΕ των εργαζομένων στα ηλεκτρονικά ΜΜΕ με παράλληλη επιβολή αγγελιοσήμου.
14.Κανόνες διαφάνειας στην παροχή οικονομικής βοήθειας από την ΕΣΗΕΑ , στα μέλη της, με την ανάρτηση των σχετικών προϋποθέσεων στην ιστοσελίδα της όπως και των απολογιστικών στοιχείων , με τη δεδομένη προστασία του απορρήτου.
15.Υποχρεωτική ανάρτηση των πρακτικών του ΔΣ της ΕΣΗΕΑ και του ΕΣΡ στο Internet

Δευτέρα, 6 Ιουλίου 2009

Δημοσιογραφική συνεργασία: "Μπλόφα το αριστερό προεδρείο"

ΑΝΑΚΟΙΝΩΣΗ ΓΙΑ ΤΟ ΘΕΜΑ ΤΗΣ ΕΚΛΟΓΗΣ ΠΡΟΕΔΡΕΙΟΥ ΤΗΣ ΕΣΗΕΑ

Το αποτέλεσμα των εκλογών του Μάη επιβεβαίωσε την κυριαρχία και στο νέο ΔΣ, του αυθεντικού κυβερνητικού - νεοφιλελεύθερου συνδικαλισμού («Δημοσιογράφοι για τη Δημοσιογραφία») και του συναινετικού, συνδιαχειριστικού (ΚΕΔ, «Δημοσιογραφική Ενότητα», αλλά και η «Συσπείρωση», που συγκαλύπτει την πλήρη υποταγή της, με την πάγια παρελκυστική τακτική του μάρκετινγκ αγωνιστικότητας). Είναι παρατάξεις που, μπορεί να κάνουν ελιγμούς, να αποφασίζουν και κινητοποιήσεις, αλλά πάντα κινούνται «εντός των τειχών». Γι' αυτό δεν έχουν διεκδικητικό πλαίσιο που να υπηρετεί τις σύγχρονες ανάγκες των μισθωτών δημοσιογράφων. Δεν έχουν «γραμμή» σύγκρουσης με την πλουτοκρατία, αποδέχονται τη γενικότερη στρατηγική του κεφαλαίου και της Ευρωπαϊκής Ενωσης, εξαπατούν με προτάσεις δήθεν εξανθρωπισμού της καπιταλιστικής βαρβαρότητας.

Ο αρνητικός - για τα συμφέροντα των εργαζόμενων μισθωτών δημοσιογράφων - συσχετισμός δυνάμεων στο ΔΣ, κάνει αδύνατη τη συμμετοχή μας στο προεδρείο, με οποιονδήποτε τρόπο και οποιαδήποτε μορφή. Οσο πιο γρήγορα οι εργαζόμενοι σταματήσουμε να έχουμε αυταπάτες για το νέο ΔΣ, τόσο πιο γρήγορα και αποτελεσματικά θα μπορέσουμε να οργανώσουμε την πάλη μας.

Είναι προφανές ότι η «Δημοσιογραφική Συνεργασία» δεν μπορεί σε καμιά περίπτωση να στηρίξει προεδρείο με τους «Δημοσιογράφους για τη Δημοσιογραφία».

Από την άλλη, δεν μπορεί να υπάρξει προεδρείο με τη «Συσπείρωση Δημοσιογράφων - Δούρειος Τύπος», λόγω της εγκληματικής για τα συμφέροντα των εργαζομένων αφερεγγυότητάς της, που εκπορεύεται από τη συνολική στάση και αντίληψη για το ρόλο του συνδικαλιστικού κινήματος. Και μόνο το γεγονός ότι μας προτείνει να συμπράξουμε σε προεδρείο «Συσπείρωσης» - «Δημοσιογραφικής Ενότητας» και το 2007 μάς πρότεινε προεδρείο «Συσπείρωσης» - ΚΕΔ (Τσαλαπάτη), αποδεικνύει την αφερεγγυότητα.

Καλεί (μαζί με την «Ενότητα»), στη συγκρότηση «αντιδεξιού» μετώπου και όχι μετώπου που θα αντιμάχεται συνολικά την αντιλαϊκή πολιτική, με οποιαδήποτε κυβερνητική παραλλαγή και τους όποιους εκφραστές αυτής της πολιτικής. Σκοπίμως αναφέρεται μόνο σε πρόσωπα, αφήνοντας έτσι στο απυρόβλητο την πολιτική που εφάρμοσαν.

Νομιμοποιεί με τη δράση και με τις θέσεις της τον εργοδοτικό - κυβερνητικό συνδικαλισμό. Παρέα με τους «Δημοσιογράφους» και την ΚΕΔ καλούσαν τους εργαζόμενους στις απεργιακές κινητοποιήσεις να στηρίξουν τη γραμμή της ΓΣΕΕ, της συνδιαλλαγής με τον ΣΕΒ και την εργοδοσία. Τα παραδείγματα είναι πάρα πολλά, αλλά αρκούν τα εντελώς πρόσφατα: Συμφώνησε με τους «Δημοσιογράφους», την «ΚΕΔ» και την «Ενότητα», στην απόφαση - πλαίσιο για το πρόβλημα της εκ περιτροπής εργασίας στην ΕΞΠΡΕΣ και στο πλαίσιο (ανακοίνωση ΕΣΗΕΑ) της 3ωρης στάσης εργασίας της 2ης Ιούλη.

Είναι μια γραμμή που δεν προετοιμάζει τους εργαζόμενους για σκληρές και σε βάθος χρόνου αναμετρήσεις και που, υποσχόμενη εύκολες και γρήγορες νίκες, αν όλοι τάχα είμαστε «ενωμένοι», σπέρνει αυταπάτες και τελικά ενισχύει την απογοήτευση των εργαζομένων για την αποτελεσματικότητα των αγώνων.

Είναι υπόλογοι και πρέπει να απολογηθούν προς τους εργαζόμενους και να πουν ποια είναι τα κοινά σημεία που τους δίνουν τη δυνατότητα να συνδιαμορφώνουν αποφάσεις με τους εργοδοτικούς. Δήθεν για την «ενότητα» των δημοσιογράφων, σε αντίθεση με τη δήθεν διασπαστική τακτική της «Δημοσιογραφικής Συνεργασίας» και του ΠΑΜΕ. Μας κατηγορούν ότι θέλουμε να είμαστε μόνιμα αντιπολίτευση, χωρίς να αναλαμβάνουμε ευθύνες. Οτι τάχα διαφωνούμε, απλά και μόνο για να φαινόμαστε διαφορετικοί, χωρίς όμως να λένε στον κόσμο, ούτε γιατί διαφωνούμε όταν διαφωνούμε, αλλά ούτε και γιατί αυτοί μεταξύ τους συμφωνούν. Τους λέμε ότι δρούμε υπεύθυνα, απολογούμενοι μέσα στους χώρους δουλειάς. Εκεί δρούμε καθημερινά και είμαστε μπροστά, στο μέτρο των δυνάμεών μας, σε όλα τα προβλήματα.

Η δημαγωγία της «Συσπείρωσης» και το μάρκετινγκ αγωνιστικότητας δεν μπορούν να κρύψουν την πραγματικότητα. Η κάθε δύναμη δεν κρίνεται από το τι δηλώνει, αλλά από το τι πράττει.

Η πρότασή της για «αριστερό προοδευτικό προεδρείο» είναι μια μπλόφα. Ιδιαίτερα αποκαλυπτικό για τις πραγματικές προθέσεις της είναι το γεγονός ότι, παραποιώντας πλήρως θέσεις και τοποθετήσεις μας στο ΔΣ για το θέμα της συγκρότησης του προεδρείου, «τροφοδοτεί» ένα βρώμικο επικοινωνιακό πόλεμο εναντίον μας. Που φτάνει να πάρει τη μορφή δημοσιευμάτων με αλητείες και αθλιότητες, σε επώνυμο site αλλά πάντα από ανώνυμους «επισκέπτες» και σε επίσης ανώνυμα blogs.

Αλλά, στο σπίτι του κρεμασμένου δε μιλάνε για σχοινί. Αποσιωπούν ότι το 2005 η «Συσπείρωση» ήταν αυτή που ζήτησε από την 1η συνεδρίαση αντιπροσωπευτικό - αναλογικό. Αλλο αν στη συνέχεια «πρόσφερε» την προεδρία στον Π. Σόμπολο, όταν, «ως διά μαγείας», μετά από μήνες καθυστέρησης, συγκροτήθηκαν ταυτόχρονα τα ΔΣ της ΕΣΗΕΑ και της ΠΟΕΣΥ με Π. Σόμπολο - Δ. Τρίμη και Δ. Τσαλαπάτη - Αντ. Νταβανέλο στις θέσεις των προέδρων και των γραμματέων.

Αποσιωπούν ότι το 2007 οι «Δημοσιογράφοι», με τη σειρά τους, από την 1η συνεδρίαση ζήτησαν αντιπροσωπευτικό - αναλογικό και η απάντησή μας ως «Μαχόμενη Δημοσιογραφία», τότε, ήταν «δε θα σας κάνουμε τη χάρη, το αντιπροσωπευτικό αναλογικό να αποτελέσει για σας την κολυμβήθρα του Σιλωάμ».

Δεν τους βολεύει η καθαρή θέση της «Δημοσιογραφικής Συνεργασίας».

Συνάδελφοι, συναδέλφισσες,

Επιδιώκουμε με τη στάση μας να κάνουμε καθαρό ότι η ενότητα δεν είναι ένα άδειο πουκάμισο για να το σηκώσει κάποιος όποτε θέλει και όπως τον βολεύει, δε γίνεται χωρίς αρχές.

Η ενότητα έχει συγκεκριμένο περιεχόμενο και συγκεκριμένους στόχους. Στόχους που δεν μπορεί να είναι, για παράδειγμα, «η αναχρηματοδότηση με ευνοϊκούς όρους των χρεών των επιχειρήσεων Τύπου» και η αναζήτηση κοινών λύσεων με τις εργοδοτικές οργανώσεις, απέναντι στην επίθεση που δέχονται οι εργαζόμενοι δημοσιογράφοι από τους εργοδότες.

Μια τέτοια ενότητα δένει όλο και πιο πολύ τα χέρια των εργαζόμενων δημοσιογράφων και τους οδηγεί στην αναζήτηση «εργολάβων», που θα τους λύσουν τα προβλήματα. Τέτοια ενότητα οι εργαζόμενοι δε τη χρειάζονται. Κάνει ζημιά και μόνο ζημιά στα συμφέροντά τους. Αντίθετα, οι εργαζόμενοι έχουν ανάγκη την ενότητα που ενισχύει τους αγώνες τους. Που θα τονώνει την εμπιστοσύνη στη δύναμή τους, ότι θα είναι οι ίδιοι πρωταγωνιστές στην πάλη ενάντια στην εργοδοσία και τους εκφραστές της. Που έχει καθαρό ποιοι είναι οι αντίπαλοι και οι εχθροί μας. Ενότητα, που δεν καλλιεργεί αυταπάτες ότι μπορούμε να βρούμε λύσεις με την εργοδοσία. Ενότητα, που δεν κάνει βήμα πίσω από κατακτήσεις, που θα διεκδικεί τον πλούτο που παράγουν οι εργαζόμενοι, με βάση τις σύγχρονες ανάγκες τους.

Η δέσμευση της «Δημοσιογραφικής Συνεργασίας» είναι να παλεύει με συνέπεια, μαζί με τους εργαζόμενους, για τα συμφέροντα και τα δικαιώματά μας. Με καθαρές θέσεις σύγκρουσης με τη γενικότερη αντιλαϊκή - αντεργατική πολιτική και τους εκφραστές της.

Σε αυτό το πλαίσιο θα πιέζουμε και στο ΔΣ υπέρ των δικαιωμάτων των εργαζόμενων δημοσιογράφων, όποιο και να είναι το προεδρείο, όπως κάναμε μέχρι τώρα.

Οπως είπαμε και πριν από τις εκλογές, οι μέρες που θα ζήσουμε το επόμενο διάστημα θα είναι πολύ δύσκολες.

Οι εργαζόμενοι δημοσιογράφοι δεν πρέπει να περιμένουμε τίποτα από «συμφωνίες» ανάμεσα στις παρατάξεις του ΔΣ. Καμιά βελτίωση των εργασιακών δικαιωμάτων μας δεν πρόκειται να έρθει χωρίς το δικό μας αγώνα. Ο μόνος δρόμος είναι η ενεργός συμμετοχή των εργαζομένων στη λήψη των αποφάσεων και η μαχητική αγωνιστική στάση γύρω από το αγωνιστικό διεκδικητικό πλαίσιο που υπερασπίζονται η «Δημοσιογραφική Συνεργασία» και το ΠΑΜΕ.

Η «Δημοσιογραφική Συνεργασία» δεν υπόσχεται εύκολες και γρήγορες λύσεις.

Στο βαθμό που ενισχύεται η ταξική μας ενότητα, στο βαθμό που ενισχύεται η αποφασιστικότητά μας, στο βαθμό που συνειδητοποιούμε την ανάγκη της σταθερής και μακρόχρονης οργανωμένης δράσης, στο βαθμό που αφήνουμε στην άκρη αυταπάτες (και βάζουμε στην άκρη αυτούς που τις σπέρνουν) μπορούμε να έχουμε κατακτήσεις.

Κυριακή, 5 Ιουλίου 2009

Περί Τύπου

του Σταύρου Ψυχάρη

Η περασμένη εβδομάδα επισκιάστηκε για την ελληνική δημοσιογραφία από την αιφνιδιαστική διακοπή εκδόσεως του «Ελεύθερου Τύπου», μιας από τις μεγάλες φιλοκυβερνητικές εφημερίδες, για λόγους οικονομικούς.

Η εξέλιξη αυτή μπορεί να ήταν η πιο δραματική για τους εργαζομένους και για τους αναγνώστες, που έχασαν την εφημερίδα τους, αλλά η δυσπραγία του Τύπου (και όχι μόνον στην Ελλάδα) αποτελεί ένα φαινόμενο το οποίο έγινε αισθητό όταν άρχισαν να λειτουργούν τα ιδιωτικά τηλεοπτικά κανάλια. Και διογκώθηκε με την εμφάνιση και τον επιτυχημένο ανταγωνισμό του Διαδικτύου.

Οι αλλαγές έχουν προκαλέσει συζητήσεις και ανησυχίες. Τι σημαίνουν όμως οι εξελίξεις αυτές για τη δημοσιογραφία και για την ενημέρωση γενικότερα σε μια δημοκρατική χώρα;

Ο μέσος πολίτης σήμερα ενημερώνεται κατ΄ αρχήν από τα ραδιοτηλεοπτικά μέσα, που προσφέρουν δωρεάν αλλά περιορισμένη ενημέρωση, στην οποία φαίνεται να αρκούνται πολλοί πολίτες.

Οι εφημερίδες; Ο Τύπος γενικότερα;

Είναι καταφανές ότι πρέπει η έντυπη πληροφόρηση να προσαρμοσθεί στις νέες συνθήκες. Αλλος τρόπος γραφής απαιτείται, χρειάζονται συνοπτικότερες (πάντοτε αναγκαίες) αναλύσεις, τις οποίες τα ραδιοτηλεοπτικά μέσα δεν μπορούν να προσφέρουν. Τα έντυπα μέσα ενημερώσεως προσφέρουν συνολική ενημέρωση- και τα γραπτά μένουν, ο πολίτης έχει τη δυνατότητα να διαβάσει, ακόμη και να μελετήσει ένα ζήτημα στις σελίδες μιας εφημερίδας. Βέβαια η εφημερίδα πρέπει να φθάσει στον πολίτη σύντομα και εύκολα. Αυτό αρχίζει να γίνεται μέσω του Διαδικτύου. Εκατομμύρια αναγνώστες «σερφάρουν» ήδη καθημερινώς στο Ιnternet αναζητώντας πληροφορίες.

Οι εφημερίδες λοιπόν θα ζήσουν ούτως ή άλλως. Το πιθανότερο είναι ότι θα τις βρίσκουν στο Ιnternet οι περισσότεροι και στη χάρτινη έκδοση οι «τυχεροί»... Βέβαια η μετάβαση στο Αύριο θα είναι επώδυνη διαδικασία- άλλοι θα χάσουν τη δουλειά τους, άλλοι τα λεφτά τους...

Το ζήτημα όμως δεν είναι πώς πάει η μια είτε η άλλη επιχείρηση Μέσων Ενημερώσεως, ούτε να ποδηγετήσουμε τις εξελίξεις μπορούμε. Το μεγάλο κεφάλαιο, αν θέλει και όποτε θέλει, θα εισβάλει και στον Τύπο. Το ζητούμενο είναι να έχει ταυτότητα ώστε να γνωρίζει ο πολίτης ποιος και τι του λέει. Από εκεί και πέρα η πρόοδος δεν θα ανακόπτεται και οι πολίτες έχουν αποδείξει ότι διαθέτουν μυαλό και κρίση.

(Το Βήμα της Κυριακής, 05.07.2009)