Κυριακή, 1 Νοεμβρίου 2009

Ο δικός μας αγώνας και η παρακμή των εντύπων

Του SERGE HALIMI, διευθυντή της Monde Diplomatique

Είκοσι χρόνια τώρα, η «Monde diplomatique» προαναγγέλλει τον σχηματισμό του κυκλώνα που σήμερα σαρώνει τις αίθουσες σύνταξης και αφήνει τα περίπτερα άδεια. Καθώς μάλιστα η ανάλυση των αιτίων δεν θωρακίζει από τα αποτελέσματα, η εφημερίδα μας υφίσταται και αυτή τις συνέπειες της γενικευμένης κακοκαιρίας.

Λιγότερο ίσως από άλλα έντυπα και με διαφορετικό τρόπο: δεν διακυβεύεται ούτε η επιβίωσή της, ούτε η ανεξαρτησία της. Λείπουν, όμως, τα μέσα για την αύξηση της κυκλοφορίας της.

Για να φωτίσουμε το μέλλον, για να πάρουμε μέρος με όλο μας το είναι στη μάχη των ιδεών, για να μεταδώσουμε, τέλος, σε νέους αναγνώστες τον τρόπο με τον οποίο βλέπουμε και αποκρυπτογραφούμε τον κόσμο, απευθύνουμε έκκληση σε εσάς.

Η κρίση του τύπου

Μετά την κλωστοϋφαντουργία, τη σιδηρουργία, τη βιομηχανία αυτοκινήτων, τώρα και ο τύπος! Οι εργάτες στις χώρες του Βορρά πλήρωσαν ακριβά τη μετατόπιση της παραγωγής προς το Νότο. Με τη μετοίκηση των αναγνωστών στο Ιντερνετ, οι δημοσιογράφοι, με τη σειρά τους, βλέπουν κι αυτοί τις δουλειές τους να χάνονται.

Θα μπορούσε να βγάλει κανείς το συμπέρασμα ότι το ένα οικονομικό μοντέλο εκτοπίζει το άλλο, να πει, αναστενάζοντας, ότι ρόδα είναι και γυρίζει, ότι έτσι είναι η ζωή. Ευθύς αμέσως, όμως, τίθεται ζήτημα δημοκρατίας.

Το αυτοκίνητο, μας λένε, δεν αποτελεί αναντικατάστατο δημόσιο αγαθό, είναι απλώς εμπόρευμα. Μπορούμε να το κατασκευάσουμε αλλού, αλλιώς ή να το αντικαταστήσουμε με κάποιο άλλο. Τίποτα πολύ σοβαρό, στο κάτω κάτω. Ενώ ο τύπος...

Ο τύπος διαθέτει ένα συγκριτικό πλεονέκτημα στο δημόσιο λόγο. Οταν κρίνει ότι απειλείται η ύπαρξή του, κρούει τον κώδωνα του κινδύνου πιο εύκολα από έναν εργάτη που το εργοστάσιό του ετοιμάζεται να κλείσει.

Και, για να συσπειρώσει τον καθένα υπό το λάβαρό του, δεν έχει παρά να ψάλλει το γνωστό τροπάρι: «Κάθε φορά που κλείνει μια εφημερίδα, πεθαίνει μαζί της κι ένα κομμάτι της δημοκρατίας».

Η δήλωση, ωστόσο, είναι παράλογη, γελοία ενδεχομένως. Αρκεί να πάει κανείς σε ένα περίπτερο για να διαπιστώσει ότι είναι δεκάδες τα έντυπα που θα μπορούσαν να σταματήσουν να υπάρχουν χωρίς να πάθει τίποτα η δημοκρατία. Οι δυνάμεις της ιδεολογικής τάξης θα έχαναν, μάλιστα, ορισμένα φέουδά τους σε μια τέτοια περίπτωση.

Κάτι τέτοιο δεν ακυρώνει τις ανησυχίες των δημοσιογράφων. Ωστόσο, είναι δισεκατομμύρια οι άνθρωποι στη Γη που δεν έχουν καμία ανάγκη, προκειμένου να υπερασπιστούν την εργασία τους, να την περιβάλλουν με άλλη αρετή πέραν του ότι τους εξασφαλίζει έναν μισθό.

Εδώ και μερικά χρόνια, η βιομηχανία του τύπου βρίσκεται σε παρακμή. Η δε δημοσιογραφία πάσχει από πολύ παλιότερα. Αραγε, η θεματολογία της ήταν όντως πολύ πιο θαυμαστή πριν από 20 χρόνια, όταν τα περισσότερα έντυπα αποτελούσαν σάκους γεμάτους διαφημίσεις και εισπρακτικές μηχανές; Ή όταν στις ΗΠΑ, τα μεγαθήρια «New York Times», «Washington Post», «Gannett», «Knight Rid-der», «Dow Jones», «Times Mirror» συγκέντρωναν είκοσι φορές μεγαλύτερα κέρδη από ό,τι έφερναν στην εποχή του Γουότεργκεϊτ, πάνω στο αποκορύφωμα της «αντιεξουσίας» (1);

Μήπως τότε, που είχαν τόσα μέσα στη διάθεσή τους και ετήσια κέρδη της τάξης του 30%, ενίοτε και 35%, ασκούσαν τη δημοσιογραφία με τόλμη, δημιουργικότητα και ανεξαρτησία;

Και στη Γαλλία, η κριτική ενημέρωση κυριαρχούσε, άραγε, σε πρώτο πλάνο όταν οι όμιλοι Λαγκαρντέρ και Μπουίγκ, με δισεκατομμύρια στα χέρια τους, έριζαν για τον έλεγχο του TF1 (2); Ή όταν τα ιδιωτικά κανάλια, καθώς ανταγωνίζονταν μεταξύ τους στη χυδαιότητα, πολλαπλασιάζονταν όπως ο άρτος στην Καινή Διαθήκη, προσφέροντας μισθούς μαχαραγιάδων σε μια φούχτα δημοσιογράφων που είχαν ήδη αποδείξει αποτελεσματικά την υποταγή τους;

Αυτή τη στιγμή, πολλοί διευθυντές εντύπων σχηματίζουν κοινό μέτωπο μπροστά στη θύελλα και εκλιπαρούν για την οικονομική βοήθεια από αυτό που κάτω από διαφορετικές συνθήκες αποκαλούν περιφρονητικά «κρατικό κορβανά».

Η «Monde diplomatique» τους εύχεται καλή τύχη, χωρίς να ξεχνά πόσο μεγάλο μέρος αυτής της βοήθειας έλαβαν στην παρούσα ατυχή συγκυρία. Αλλά, για να εξακολουθήσει να πρεσβεύει μια αντίληψη για τη δημοσιογραφία αλλιώτικη από τη δική τους, απευθύνει κατ' αρχήν έκκληση στους δικούς της αναγνώστες.

Αδιάφορη η κοινή γνώμη

Αν μια μεγάλη μερίδα της κοινής γνώμης παραμένει αδιάφορη απέναντι στα βάσανα των ΜΜΕ, αυτό οφείλεται εν μέρει στο ότι έχει καταλάβει ένα πράγμα: η έμφαση στην «ελευθερία της έκφρασης» χρησιμεύει συχνά ως προκάλυμμα για τα συμφέροντα των ιδιοκτητών των μέσων ενημέρωσης.

«Εδώ και πολλές δεκαετίες, οι μεγάλες εφημερίδες θα έλεγα ότι μάλλον παρεμποδίζουν ή και σαμποτάρουν τις προσπάθειες που στοχεύουν στη βελτίωση της κοινωνικής και πολιτικής μας κατάστασης», εκτιμά ο συνιδρυτής του εναλλακτικού διαδικτυακού τόπου CounterPunch.com, Αλεξάντερ Κόκμπερν (3).

Οι όλο και πιο σπάνιες έρευνες και τα ρεπορτάζ που δημοσιεύει διεκπεραιωτικά ο τύπος βοηθούν κυρίως στο να συντηρηθεί το παραμύθι περί «ερευνητικής δημοσιογραφίας», ενώ άλλες σελίδες βρίθουν από ανάλαφρα θέματα, πορτρέτα, στήλες του καταναλωτή, της μετεωρολογίας, αθλητικά, ανάλαφρες λογοτεχνικές στήλες. Για να μην ξεχνάμε και το απλό «copy-paste» (αντιγραφή-επικόλληση) από τα «επείγοντα» των πρακτορείων που κάνουν εργαζόμενοι που οδεύουν σε ταχεία ανειδίκευση.

«Φανταστείτε ότι η κυβέρνηση βγάζει διάταγμα με το οποίο απαιτεί απότομη μείωση των διεθνών θεμάτων στον τύπο και επιβάλλει το κλείσιμο των γραφείων των ανταποκριτών στο εξωτερικό ή δραστική μείωση στο προσωπικό και τον προϋπολογισμό τους».

»Φανταστείτε ότι ο πρόεδρος δίνει εντολή στα ΜΜΕ να εστιάζουν την προσοχή τους στις διασημότητες και τις ανοησίες αντί να ερευνούν τα σκάνδαλα που σχετίζονται με την εκτελεστική εξουσία.

»Σε μια τέτοια υποθετική κατάσταση, οι επαγγελματίες της δημοσιογραφίας θα είχαν κηρύξει απεργίες πείνας και ολόκληρα πανεπιστήμια θα έμεναν κλειστά εξαιτίας των κινητοποιήσεων. Και όμως, όταν έρχονται κάποια ιδιωτικά, σχεδόν μονοπωλιακά, συμφέροντα και αποφασίζουν περίπου τα ίδια πράγματα, δεν καταγράφεται καμία αξιοσημείωτη αντίδραση», ξεσπά ο αμερικανός πανεπιστημιακός Ρόμπερτ Μακτσέσνι (4).

Οι ευθύνες του Ιντερνετ

Ολα τα σημερινά δεινά, ακούμε συχνά, προέρχονται από αυτό το ποταπό, το αποκρουστικό Ιντερνετ.

Τη δημοσιογραφία, όμως, δεν την αποδεκάτισε το Διαδίκτυο. Αυτή παρέπαιε από καιρό, υπό το βάρος των αναπροσαρμογών, του μάρκετινγκ, της περιφρόνησης των λαϊκών στρωμάτων και της άλωσης από τους δισεκατομμυριούχους και τους διαφημιστές.

Δεν χρησίμευσε το Ιντερνετ ως φερέφωνο των βομβαρδισμών που πραγματοποίησαν τα «συμμαχικά» στρατεύματα στον πόλεμο του Κόλπου (1991) ή το ΝΑΤΟ κατά τη σύγκρουση στο Κόσοβο (1999).

Είναι επίσης αδύνατο να επιρρίψει κανείς ευθύνες στο Ιντερνετ για το γεγονός ότι τα μεγάλα ΜΜΕ στάθηκαν ανίκανα να προαναγγείλουν την κατάρρευση των αποθεματικών ταμείων στις ΗΠΑ (1989), κατόπιν να φανταστούν τον οικονομικό εκτροχιασμό των αναδυόμενων χωρών οχτώ χρόνια αργότερα και, τέλος, να προειδοποιήσουν για τη φούσκα στον τομέα των ακινήτων, το τίμημα της οποίας εξακολουθεί να πληρώνει ο κόσμος.

Οπότε, αν πρέπει πραγματικά να «σώσουμε τον τύπο», θα άξιζε να διαθέσουμε το δημόσιο χρήμα σε όσους εκπληρώνουν την αποστολή μιας έγκυρης και ανεξάρτητης ενημέρωσης και όχι στους κατά καιρούς νεροκουβαλητές της εξουσίας. Η υπηρεσία του μετόχου και το εμπόριο των «πρόθυμων εγκεφάλων» θα βρουν πιθανότατα πόρους από αλλού. (5)

Πολλές φορές, στις κατηγορίες που απευθύνονται στο Ιντερνετ, ανακαλύπτουμε και κάτι άλλο πέρα από μια δικαιολογημένη ανησυχία σε ό,τι αφορά τους τρόπους απόκτησης και μετάδοσης της πληροφορίας: τον τρόμο ότι η αυθεντία ορισμένων βαρόνων του σχολιασμού πλησιάζει στο τέλος της.

Αυτοί, απολαμβάνοντας προνόμια φεουδάρχη, μοίρασαν χωράφια και κανόνισαν αργομισθίες. Μπορούσαν να «ανεβάζουν» ή να «κατεβάζουν» υπουργούς και να σπιλώνουν υπολήψεις. Ενα κοντσέρτο από ομόφωνα εγκώμια υποδεχόταν το ίδιο θερμά κάθε ένα από τα προχειροφτιαγμένα έργα τους και τις πομπώδεις στήλες τους (6).

Πού και πού, κάποιες βέβηλες εφημερίδες έπαιζαν τον ρόλο πολιορκημένων πολιτειών. Αλλά, μια μέρα, κατέβηκαν ορισμένοι ξεβράκωτοι με τα πληκτρολόγιά τους.

Ας το αναγνωρίσουμε! Το συνολικό πλαίσιο μιας ενημέρωσης που τελεί υπό σύγχυση εξαιτίας της βίαιης ανασυγκρότησης δυνάμεων, δεν άφησε αλώβητους ούτε εμάς.

Υστερα από μια αδιάκοπη ανοδική πορεία μεταξύ 1996 και 2003, η κυκλοφορία της «Monde diplomatique» στα περίπτερα άρχισε να σημειώνει πολύ μεγάλη πτώση έως και πέρυσι. Οσο για τον αριθμό των συνδρομητών, αυτός συνέχισε να αυξάνεται.

Νούμερα του '95

Εν τούτοις, για να μιλήσουμε με τους όρους των πωλήσεων σε φύλλα, η καθίζηση είναι πραγματική και μας επαναφέρει στα νούμερα του 1995, ακριβώς πριν αρχίσει η εφημερίδα να αποκτά μια αλυσίδα θυγατρικών εκδόσεων.

Σίγουρα, η γενική αίσθηση βελτιώνεται αν προσθέσουμε στο σύνολο τις 73 διεθνείς εκδόσεις του εντύπου (η πρώτη, στην Ιταλία, χρονολογείται από το 1994), τα δύο περίπου εκατομμύρια αντίτυπα που κυκλοφορούν ακριβώς χάρη σε αυτές και τους εκατοντάδες χιλιάδες αναγνώστες της ιστοσελίδας μας.

Ωστόσο, κοινό και εισοδήματα είναι εντελώς διαφορετικά πράγματα. Οι πωλήσεις και οι συνδρομές αποτελούν μακράν τους δυο βασικούς οικονομικούς πυλώνες μας (7).

Οι χρήστες του κυβερνοχώρου συνεισφέρουν στην επιρροή της εφημερίδας, όχι στην ύπαρξή της. Και αυτοί, ανάμεσά τους, που δεν συμμετέχουν ποτέ στα έσοδά μας δρουν όπως οι λαθρεπιβάτες που η άφιξη στον προορισμό τους πληρώνεται από τους ταξιδιώτες που αγόρασαν κανονικά το εισιτήριό τους.

Πολλές εφημερίδες, για να επιβιώσουν, επέλεξαν να ευθυγραμμίσουν περισσότερο το περιεχόμενό τους με τα υποτιθέμενα γούστα των αναγνωστών τους. Η κατάληξη είναι γνωστή εκ των προτέρων: «Προτιμούν τα σύντομα άρθρα και τις ειδήσεις που τους αφορούν άμεσα. Στο Ιντερνετ, ψάχνουν κυρίως για ό,τι τους κάνει τη ζωή πιο εύκολη. Επειδή τα μεγάλα κείμενα για τη διεθνή πολιτική τα έχουν όλο και σε λιγότερη εκτίμηση, οι χρήστες περιορίζονται στο να διατρέχουν διαγώνια τους τίτλους τους. Στο "Zero Hora", μια βραζιλιάνικη εφημερίδα που ανήκει στον όμιλο RBS, το τμήμα κυκλοφορίας ρώτησε 120 αναγνώστες ποια είναι η γνώμη τους για την ημερήσια εφημερίδα. Ο διευθυντής Μαρσελίνο Ράιχ έλαβε τη σχετική αναφορά στη μία το μεσημέρι: "Σε γενικές γραμμές, ζητούν περισσότερα ένθετα για τη μαγειρική και τα ακίνητα και λιγότερα άρθρα για τη Χεζμπολάχ και τους σεισμούς"» (8).

Ας το παραδεχθούμε: η «Monde diplomatique», προφανώς, δεν είναι το έντυπο που αναζητούν οι «πολλοί».

Το γεγονός ότι η εφημερίδα μας είναι λιγότερο δημοφιλής, σχετίζεται με την απογοήτευση όσων παρατηρούν ότι, ελλείψει επαρκούς απήχησης και πολιτικού αντίκτυπου, το να ξεμπροστιάζουμε τα βασικά εργαλεία της κοινωνικής και παγκόσμιας τάξης είχε ελάχιστες επιπτώσεις στη διαιώνιση του συστήματος.

Οι προτάσεις

Η κόπωση του «σε τι χρησιμεύει αυτό;», επομένως, αντικατέστησε σιγά σιγά το παλιό «εσείς τι προτείνετε;», πράγμα που, στην περίπτωσή μας, δεν έχει πια καμία βάση.

Μετά την πάροδο τόσων ετών, οι υποδείξεις και οι προτάσεις διαδέχονταν η μία την άλλη στις σελίδες μας (κατάργηση του χρέους του Τρίτου Κόσμου, μεταρρύθμιση των διεθνών οργανισμών, φόρος Τόμπιν, εθνικοποίηση των τραπεζών, ευρωπαϊκός προστατευτισμός, «φορολογική γκιλοτίνα» σε ορισμένα εισοδήματα του κεφαλαίου, ανάπτυξη της οικονομίας της αλληλεγγύης και της μη εμπορικής σφαίρας κ.λπ.).

Κατά τα φαινόμενα, η παρακμή της εναλλακτικής παγκοσμιοποίησης μάς έπληξε πιο σκληρά. Η κυριαρχία του φιλελευθερισμού στον τομέα της σκέψης τέθηκε εκ νέου σε αμφισβήτηση, αλλά δεν προχώρησε περισσότερο.

Διότι, αν η κριτική δεν επαρκεί, το ίδιο ισχύει και για την εξής πρόταση: η κοινωνική τάξη δεν είναι κείμενο που θα αρκούσε να το «αποδομήσουμε» για να ανασυνταχθεί ολομόναχο. Πολλές ιδέες ξεπηδούν στον πραγματικό κόσμο χωρίς να γκρεμίζονται τα τείχη. Ωστόσο, ενίοτε, κάποιοι αναμένουν να ανταποκριθούν τα γεγονότα στις κοινές μας ελπίδες. Και, στην αντίθετη περίπτωση, μας βρίσκουν λίγο καταθλιπτικούς.

Εν πάση περιπτώσει, όταν πρόκειται για το μέλλον της εφημερίδας μας, βασίζουμε την αισιοδοξία μας στη βεβαιότητα ότι μπορούμε να υπολογίζουμε στη δική σας συνεισφορά. Οπότε, προς το παρόν δεν θα ανεβάσουμε άλλο την τιμή μας. Θα τη διατηρήσουμε σε χαμηλότερα επίπεδα στις φτωχές χώρες. Θα εξακολουθήσουμε να στηρίζουμε τις καινούριες διεθνείς μας εκδόσεις προσφέροντάς τους τη δυνατότητα να μας καταβάλλουν μειωμένα δικαιώματα κατά το ξεκίνημά τους.

Θα παρακολουθούμε από κοντά τις νέες τεχνολογίες πολυμέσων, κυρίως για να αγγίξουμε τις νέες γενιές και να διασφαλίσουμε με αυτό τον τρόπο τη μετάδοση των πνευματικών και πολιτικών αξιών της εφημερίδας μας. Θα συνεχίσουμε να παραγγέλνουμε μεγάλα ρεπορτάζ και έρευνες, από ερευνητές και ακτιβιστές, πάνω στις τρέχουσες συγκρούσεις, τις κρίσεις, τις εναλλακτικές προτάσεις, τους πειραματισμούς.

Η συνέχιση της εξέλιξής μας εξαρτάται σε μεγάλο βαθμό από την οικονομική σας κινητοποίηση στο πλευρό μας.

Αγοράζετε πιο τακτικά την εφημερίδα στα περίπτερα, γίνετε συνδρομητές, προσφέρετε συνδρομή σε εν δυνάμει αναγνώστες, προσχωρήστε στην ένωση των «Φίλων της Monde diplomatique»: οι τρόποι με τους οποίους μπορείτε να παρέμβετε υπέρ της εφημερίδας είναι πολλοί.

Εδώ και λίγον καιρό, έχει δει το φως ένα νέο εργαλείο. Σας επιτρέπει να αφαιρέσετε από το σύνολο των φόρων σας το 66% των δωρεών προς την εφημερίδα μας. Ετσι, το δημόσιο χρήμα, μετά τη βοήθεια που προσέφερε στις τράπεζες, θα μπορούσε επιτέλους να χρησιμεύσει και στην έρευνα γύρω από τα αίσχη τους.

Ανθρακωρύχοι της Ζάμπιας

Οι δικές μας απώλειες, συγκριτικά με εκείνες άλλων εντύπων, ίσως να μοιάζουν χαμηλές (330.000 ευρώ το 2007, 215.000 ευρώ τη χρονιά που πέρασε). Ομως, κανένας αργόσχολος τραπεζίτης που να φλέγεται να παραστήσει τον γαλαντόμο μαικήνα δεν θα προσφερθεί να τις καλύψει.

Μια εφημερίδα σαν τη δική μας, όπου το σύνολο των εργαζομένων είναι και μέτοχοι, που οι αναγνώστες του, οι οποίοι κατέχουν κι αυτοί μερίδιο του κεφαλαίου, προσφέρουν συνδρομές αλληλεγγύης στις βιβλιοθήκες και στις φυλακές που δεν διαθέτουν πόρους, όπου, τέλος, ο διευθυντής εκλέγεται, κατά πάσαν πιθανότητα μάλλον δεν θα τους φαινόταν ως το πλέον ενδεδειγμένο.

Το ερώτημα που μας θέτουν συνολικά είναι απλό: ποιος άλλος, αν όχι εσείς, θα συνεχίσει να χρηματοδοτεί μια δημοσιογραφία γενικού ενδιαφέροντος, ανοιχτή στον κόσμο, να αφιερώνει δύο σελίδες στους ανθρακωρύχους της Ζάμπιας, στο κινεζικό ναυτικό ή στη λετονική κοινωνία;

Η «Monde diplomatique» μπορεί να έχει μειονεκτήματα, όμως ενθαρρύνει τους ανθρώπους που γράφουν, που ταξιδεύουν, ερευνούν, βγαίνουν από τα σπίτια τους, ακούν, παρατηρούν. Οι δημοσιογράφοι που τη βγάζουν δεν προσκαλούνται ποτέ στα δείπνα του Siecle (9), δεν κάνουν «δουλειές» με τα λόμπι των φαρμακευτικών ή με φανταχτερές επιχειρήσεις, δεν κάνουν «κονέ» με τα μεγάλα ΜΜΕ.

Αυτά, εξάλλου, που προβάλλουν κάθε «καινούρια μορφή» κάποιας άλλης εφημερίδας και μετατρέπουν τη δική τους «ανασκόπηση του τύπου» σε χώρο υποδοχής αποκλειστικά για πέντε - έξι έντυπα -πάντα τα ίδια- αποκρύπτουν επιμελώς τη «Monde diplo-matique» παρά το απαράμιλλο ειδικό βάρος της σε παγκόσμια κλίμακα. Κατά βάθος, αυτό είναι το αντίτιμο της μοναδικότητάς μας.

Εμείς, όμως, έχουμε πολλούς συνενόχους σε άλλα μέρη: την ένωση των «Φίλων της Monde diplomatique», η ύπαρξη της οποίας ενισχύει την ανεξαρτησία της σύνταξης και που, κάθε μήνα, διοργανώνει δεκάδες συζητήσεις γύρω από τρέχοντα θέματα.

Τους περιπτεράδες που φροντίζουν να είναι η εφημερίδα μας σε καλή θέα και μερικές φορές την προτείνουν.

Τους εκπαιδευτικούς που την κάνουν γνωστή στους μαθητές τους. Τον εναλλακτικό τύπο που επωφελείται από τις πληροφορίες μας. Πολλούς περίεργους, λίγους δημοσιογράφους, ελεύθερους σκοπευτές, κάτι παλιοχαρακτήρες.

Και, τέλος, είστε όλοι εσείς. Χωρίς εσάς, τίποτα απ' όλα αυτά δεν είναι εφικτό.

(1) Οι αποκαλύψεις της «Washington Post» από το 1974 και μετά σχετικά με τις παράνομες παρακολουθήσεις στο κτίριο του Δημοκρατικού Κόμματος (υπόθεση Γουότεργκεϊτ) στην ομοσπονδιακή πρωτεύουσα προκάλεσε τον Αύγουστο του 1974 την παραίτηση του ρεπουμπλικανού προέδρου Ρίτσαρντ Νίξον. Μεταξύ 1975 και 1989, η εταιρεία The New York Times Co είδε τα ετήσια κέρδη της να εκτοξεύονται από τα 13 εκατομμύρια στα 266 εκατομμύρια δολάρια. Η The Washington Post Co πέρασε από τα 12 στα 197 εκατομμύρια δολάρια κατά την ίδια περίοδο. Cf. Howard Kurtz, «Stop the Presses», «The Washington Post, National Weekly Edition», 3 Μαΐου 2003.

(2) (Στμ) Η μονομαχία μεταξύ Λαγκαρντέρ (εκδίδει, μεταξύ πολλών άλλων εντύπων, το περιοδικό «Paris Match») και Μπουίγκ για τον έλεγχο του μεγαλύτερου (πρώην δημόσιου) τηλεοπτικού δικτύου στη Γαλλία και σε ολόκληρη την Ευρώπη, έληξε υπέρ του δεύτερου.

(3) Alexander Cockburn, «The Nation», Νέα Υόρκη, 1η Ιουνίου 2009.

(4) Αναφέρεται στο «Columbia Journalism Review», Νέα Υόρκη, Ιανουάριος - Φεβρουάριος 2008.

(5) Τον Οκτώβριο του 1984, ο Κλοντ Ζιλιέν (διευθυντής της «Monde diplomatique» από το 1973 ως το 1991) πρότεινε να διατίθενται σε μη κερδοσκοπικές εταιρείες τα κρατικά βοηθήματα προς τον τύπο, που στη Γαλλία αποτελούν το 10% του τζίρου του τομέα. Τα κέρδη τους, με αυτό τον τρόπο, «θα προορίζονταν για ένα έργο δημοσίου συμφέροντος. Οι εφημερίδες που θα επέλεγαν ένα τέτοιο καθεστώς δεν θα είχαν επομένως καμία πιθανότητα να ξυπνήσουν τις ορέξεις των επιχειρηματιών».

(6) Βλ. το αφιέρωμα «L'imposture Bernard-Henri Levy».

(7) Το 2008, οι ξένες εκδόσεις απέδωσαν στη «Monde diplomatique» 350.000 ευρώ έσοδα, δηλαδή περίπου το 3% του τζίρου της.

(8) «More media, less news», «The Economist», Λονδίνο 26 Αυγούστου 2006.

(9) (Στμ) Siecle (Αιώνας): πολύ κλειστό πριβέ κλαμπ που συγκεντρώνει στους κόλπους του πολιτικούς, εκδότες, δημοσιογράφους, μεγαλοσυνδικαλιστές, δικαστές... όλη, εν γένει, τη γαλλική αφρόκρεμα.
Αναρτήθηκε από ΒΑΣΙΛΗΣ ΚΟΥΦΟΠΟΥΛΟΣ στις 9:01 πμ 0 σχόλια

Κυριακή, 26 Ιουλίου 2009

O Τύπος αναζητεί νέο επιχειρηματικό μοντέλο

Καθώς τα έσοδα μειώνονται, εξετάζονται μη κερδοσκοπικές λύσεις για τις εφημερίδες


The Economist
/ Η Καθημερινή (26.07.2009)

«Τι είναι άσπρο, μαύρο και όλο μαζί κόκκινο;», ρωτάει ο τηλεπαρουσιαστής τον αρχισυντάκτη των N.Y. Times, Μπιλ Κέλερ. Εχοντας ξανακούσει το αστείο, ο κ. Κέλερ απάντησε δίχως δεύτερη σκέψη: «Η εφημερίδα». Είχε, ωστόσο, πέσει στην παγίδα του οικοδεσπότη της σατιρικής εκπομπής «The Daily Show», ο οποίος τον διόρθωσε αμέσως: «Οχι, είναι ο ισολογισμός σας».

Οι φόβοι ότι η «Γκρίζα Κυρία», όπως χαϊδευτικά αποκαλούνται οι N.Y. Times, οδεύει προς το τέλος, έχουν μεγαλώσει. Η κυκλοφορία της εφημερίδας πέφτει, καθώς οι αναγνώστες στρέφονται μαζικά προς το Διαδίκτυο, ενώ η «μετανάστευση» στον κυβερνοχώρο είχε ως συνέπεια τη μείωση των εσόδων από τις διαφημίσεις. Οι απελπισμένοι ιδιοκτήτες της, η οικογένεια των Οκς - Σούλτζμπεργκερ, στράφηκαν πέρυσι προς τον Μεξικανό μεγιστάνα, Κάρλος Σλιμ, αλλά τα χρήματα του τελευταίου μπορεί, εν τέλει, να μην αποδειχτούν αρκετά. Οι Times θεωρούνται μία από τις καλύτερες εφημερίδες παγκοσμίως και τα προβλήματα που αντιμετωπίζουν δεν είναι χειρότερα απ' αυτά που ταλανίζουν το σύνολο της βιομηχανίας του Τύπου.

Η αναζήτηση για ένα εναλλακτικό επιχειρηματικό μοντέλο, πάντως, συνεχίζεται. Η κίνηση στις ιστοσελίδες των εφημερίδων έχει αυξηθεί σημαντικά, πλην όμως δεν παρέχει τα απαιτούμενα έσοδα για την υποστήριξη ενός διευρυμένου δικτύου συντακτών και ρεπόρτερ. Μπορεί το δημοφιλές ειδησεογραφικό μπλογκ «Huffington Post» να αποφέρει κέρδη στους ιδιοκτήτες του, αλλά ο κ. Κέλερ ορθώς επεσήμανε: «Την τελευταία φορά που βρέθηκα στη Βαγδάτη δεν θυμάμαι να είδα κάποιον απεσταλμένο του Huffington Post ή του Google».

Yπηρεσίες online

Μια προσέγγιση αφορά τη χρέωση για τις online υπηρεσίες, εκτός της ετήσιας συνδρομής, από την οποία μόνο η Wall Street Journal έχει βγάλει χρήματα. Ο πρώην συντάκτης του περιοδικού Time, Γουόλτερ Αϊζασκον έχει προκαλέσει μια ενδιαφέρουσα δημόσια συζήτηση, προτείνοντας στους εκδοτικούς οίκους τη λύση των «μικροκαταβολών», βάσει της οποίας ο αναγνώστης θα πληρώνει για κάθε άρθρο που διαβάζει. Ο αρχισυνάκτης των «Φαϊνάνσιαλ Τάιμς», Λάιονελ Μπάρμπερ, έχει προβλέψει ότι σ' ένα χρόνο από σήμερα όλα τα ενημερωτικά έντυπα θα χρεώνουν για την online ανάγνωση. Ηδη, οι «Φαϊνάνσιαλ Τάιμς» επιτρέπουν στον χρήστη να διαβάσει δωρεάν περιορισμένο αριθμό άρθρων και στη συνέχεια, χρεώνουν ανά κείμενο.

Την ίδια στιγμή, τρεις βετεράνοι του χώρου των μέσων ενημέρωσης -ο Στιβ Μπριλ, ο Γκόρντον Κρόβιτς και ο Λίο Χίντερι- δημιούργησαν πρόσφατα την ιστοσελίδα journalismonline.com, η οποία αποτελεί κάτι σαν iTunes για εφημερίδες. Ο χρήστης μπορεί να ανοίξει λογαριασμό και να κάνει αγορές άρθρων ή συνδρομών.

Πολλοί οργανισμοί, επίσης, επιδιώκουν να «σπρώξουν» τον αναγνώστη σε κάποια ηλεκτρονική συσκευή ανάγνωσης, όπως το Kindle. Στο Ιντερνετ, το περιεχόμενο είναι ως επί το πλείστον δωρεάν, αλλά το Kindle απαιτεί πληρωμή στις περισσότερες περιπτώσεις. Ο Economist είναι διαθέσιμος πλέον στο Kindle, όπου το κόστος της μηνιαίας συνδρομής είναι λίγο πιο ακριβό από τη φθηνότερη διετή συνδρομή της έντυπής μας μορφής.

Χαμένα έσοδα

Παρ' όλα αυτά, είναι εξαιρετικά αμφίβολο αν η ηλεκτρονική διανομή μπορεί να καλύψει τα χαμένα έσοδα των έντυπων εκδόσεων. Ολοένα και περισσότεροι άνθρωποι της βιομηχανίας πιστεύουν ότι η μεγαλύτερη ελπίδα για τις εφημερίδες είναι η φιλανθρωπία. Ο σύμβουλος επιχειρήσεων, Κλέι Σέρκι, προβλέπει με πρόσφατό του άρθρο στην ιστοσελίδα του Ινστιτούτου Cato ότι η «μεγάλη εποχή της κηδεμονίας» βρίσκεται προ των πυλών. Η ιδέα ότι οι φιλάνθρωποι μπορούν να σώσουν τις εφημερίδες έκανε την εμφάνιση της προ διετίας, όταν ο όμιλος Tribune ήταν προς πώληση. Αρχικά, είχε ακουστεί ότι οι μεγιστάνες Ντέιβιντ Τζέφεν και Ελι Μπροντ θα αγόραζαν μία από τις εφημερίδες του ομίλου, την Los Angeles Times. Λεγόταν, δε, ότι θα την διαχειρίζονταν μέσω ενός μη κερδοσκοπικού οργανισμού. Εν τέλει, ο όμιλος αγοράστηκε από τον δισεκατομμυριούχο Σαμ Ζελ. Το γεγονός ότι ο κ. Ζελ προχώρησε στην αγορά μολονότι δεν τον συνέφερε οικονομικά, δημιούργησε ερωτήματα, αν και όπως αποδείχτηκε επρόκειτο περισσότερο για μεγάλο επιχειρηματικό σφάλμα, παρά για κίνηση φιλανθρωπίας. Σήμερα, ακούγεται και πάλι ότι οι κ. Τζέφεν και Μπροντ θα επανέλθουν στο προσκήνιο προκειμένου να σώσουν κάποιους γνωστούς τίτλους.

Tέσσερις διέξοδοι για τους New York Times

«Ενα μη κερδοσκοπικό μοντέλο για τους N.Y. Times». Αυτός είναι ο τίτλος του συναρπαστικού άρθρου της καθηγήτριας του Πανεπιστημίου της Βόρειας Καρολίνας, Πενέλοπι Μιουζ Αμπερνάθι. Επισημαίνεται ότι η πανεπιστημιακή της έδρα χρηματοδοτείται από το Ιδρυμα Knight, που διαθέτει μετοχές του ομώνυμου ομίλου εφημερίδων. Στο άρθρο εξετάζονται τέσσερις πιθανότητες: η δημιουργία ενός ταμείου επιχορηγήσεων, το οποίο θα παρέχει τα κεφάλαια για τη διατήρηση των ειδησεογραφικών τμημάτων της εφημερίδας, η χρηματοδότηση συγκεκριμένων θεμάτων του εντύπου από φιλανθρωπικά ιδρύματα, η αγορά της εφημερίδας από κάποιο ΑΕΙ ή άλλο εκπαιδευτικό ίδρυμα, ή η αγορά από κάποιον επενδυτή «άγγελο», ο οποίος θα διαχειριστεί την εφημερίδα ως «εταιρεία χαμηλού κέρδους και περιορισμένης ευθύνης».

Στις 18 Ιουλίου, δημοσιεύτηκε στους Times άρθρο με τίτλο «Μια εφημερίδα, πολλά βιβλία επιταγών», με το οποίο η διεύθυνση της εφημερίδας παραδέχεται ότι συνεργάζεται ήδη με φιλανθρωπικά ιδρύματα. Ενα απ' αυτά είναι το ProPublica, το οποίο χρηματοδοτεί δημοσιογραφικές έρευνες με χρηματικά ποσά που επιχορηγούν ο Χέρμπερτ και η Μάριο Σάντλερ, ιδρυτές του ομίλου Goldern West Financial. Οι Σάντλερς έχουν αναθέσει το ProPublica στον πρώην συντάκτη της Wall Street Journal, Πολ Στέιγκερ. Το ίδρυμα έχει «παράξει» δημοσιογραφικές έρευνες, οι οποίες είναι αρκετά καλές, ώστε να δημοσιεύονται στους Times. Η εφημερίδα, άλλωστε, τα δημοσιεύει χώρις να καταβάλει ούτε ένα δολάριο. Ο άλλος «συνεργάτης» των Times είναι η ιστοσελίδα Spot.Us. Εκεί, οι δημοσιογράφοι μπορούν να μοιραστούν με το αναγνωστικό κοινό ιδέες για θέματα που επιθυμούν να διερευνήσουν, καθώς και το κόστος τους και να συγκεντρώσουν το ποσό που απαιτείται από το κοινό. Οι Times έχουν ήδη δεσμευτεί να δημοσιεύσουν άρθρο αναφορικά μ' ένα τεράστιο όγκο σκουπιδιών που πλέει στα νερά του Ειρηνικού Ωκεανού, αν ο δημοσιογράφος κατορθώσει να συγκεντρώσει τα χρήματα που χρειάζονται για το ταξίδι.

Φυσικά, η αποδοχή χρηματικών ποσών από φιλανθρωπικά ιδρύματα μπορεί να δημιουργήσει αλληλοσυγκρούομενα συμφέροντα. Ποια μπορεί να είναι αυτά, βέβαια, είναι μια τελείως διαφορετική υπόθεση - την οποία ενδέχεται να σας αποκαλύψει ο εκάστοτε αρθρογράφος αν του στείλετε μια ωραία επιταγή σ' ένα φάκελο με την ένδειξη «αυστηρά προσωπικό».

Κυριακή, 19 Ιουλίου 2009

Η εφημερίδα - εμπόρευμα φτάνει στο τέλος της;

Πρέπει να επανεξετάσουμε τον ρόλο της δημόσιας, αλλά ανεξάρτητης πληροφόρησης

Του Πέτρου Παπακωνσταντίνου
(Καθημερινή 19.07.2009)

Τον Απρίλιο του 2008 εγκαινιάστηκε το Μουσείο Τύπου σε ένα όμορφο κτίριο, ανάμεσα στον Λευκό Οίκο και το Κογκρέσο. Το «Newseum» φιλοξενεί αφιερώματα στις καλύτερες στιγμές της αμερικανικής δημοσιογραφίας -πολεμικές ανταποκρίσεις, αντίσταση στο αντικομμουνιστικό κυνήγι μαγισσών του Μακαρθισμού, αποκαλύψεις για το Γουότεργκεϊτ- στο πνεύμα του Τόμας Τζέφερσον: «Αν έπρεπε να διαλέξω ανάμεσα στη σωτηρία της κυβέρνησης και τη σωτηρία του ελεύθερου Τύπου, θα διάλεγα το δεύτερο». Στις μέρες μας, η επιλογή δεν είναι τόσο απλή. Έξι μήνες μετά τα εγκαίνια του Newseum, σταμάτησε την έκδοσή της η αιωνόβια ChristiaScience Monitor. Στους έξι πρώτους μήνες του 2008, απολύθηκαν 4.500 Αμερικανοί δημοσιογράφοι.

Το νεόδμητο μουσείο και το κακό ριζικό του αναφέρονται στο βιβλίο του Γάλλου δημοσιογράφου Μπερνάρ Πουλέ «Το τέλος των εφημερίδων και το μέλλον της πληροφόρησης», που κυκλοφόρησε πρόσφατα από τις εκδόσεις Gallimard.

Η διάγνωση δεν αφήνει περιθώρια για φτηνές ελπίδες. «Οσοι αισθάνονται υποχρεωμένοι να καταδικάσουν τον ρόλο της Κασσάνδρας», γράφει ο Πουλέ, «δυστυχώς λησμονούν ότι το πρόβλημα δεν ήταν η Κασσάνδρα... αλλά οι Τρώες, που δεν την πίστεψαν όταν τους ανακοίνωσε την επικείμενη καταστροφή της πόλης. Η άρνηση της πραγματικότητας δεν απέτρεψε τον θάνατο της Τροίας και δεν θα αποτρέψει τη χρεοκοπία των εφημερίδων». Ή, όπως δήλωσε ο πλουσιότερος άνθρωπος στον κόσμο, Γουόρεν Μπάφετ, «οι αναγνώστες των εφημερίδων παίρνουν τον δρόμο προς το νεκροταφείο, ενώ οι μη αναγνώστες εφημερίδων βγαίνουν από τα πανεπιστήμια».

Οι δύο μύθοι

Πέραν του πλούσιου εμπειρικού υλικού, το βιβλίο του Πουλέ έχει αξία γιατί, στην προσπάθειά του να ανιχνεύσει τις αιτίες της παθογένειας, προχωράει πέρα από τα γνωστά κλισέ -κρίση αξιοπιστίας των εφημερίδων λόγω διαπλοκής, νέα ηλεκτρονικά μέσα, πτώση των διαφημιστικών εσόδων- και αποδομεί δημοφιλείς μύθους.

Πρώτον: Τον μύθο ότι το πρόβλημα μπορεί να λυθεί από κάποιους Μαικήνες ή με την εισαγωγή των εφημερίδων στο χρηματιστήριο. Στην πραγματικότητα, πολλοί κολοσσοί που αγόρασαν εφημερίδες (ο Ντασό με τη Figaro, ο Ροτσίλντ με τη Liberatioκ.λπ.) επιτάχυναν την κρίση τους, αντί να την αναστείλουν.

Η εισαγωγή εφημερίδων στο χρηματιστήριο οδήγησε συχνά στο να κυριαρχήσει το συμφέρον του μετόχου πάνω στο συμφέρον του αναγνώστη, η βραχυπρόθεσμη κερδοφορία της εφημερίδας (η οποία, αν υπονομευτεί, απειλεί να τραβήξει προς τα κάτω τις μετοχές ολόκληρου του ομίλου) πάνω στην αξιοπιστία, την πρωτοτυπία και την ελκυστικότητά της. Από εδώ και η τάση για πάση θυσία μείωση του κόστους εργασίας, με αναπόφευκτες συνέπειες στην ποιότητα του προϊόντος. Σημειωτέον ότι οι περισσότερες από τις πιο σοβαρές, διεθνώς, εφημερίδες -New York Times, Franfkurter Allgemeine Zeitung, WashingtoPost κ.ά.- δεν ανήκουν σε μεγάλους επιχειρηματικούς ομίλους.

Δεύτερον: Τον τεχνοκρατικό μύθο ότι οι εφημερίδες είναι το πρόβλημα και τα ηλεκτρονικά μέσα η λύση. Με πληθώρα στοιχείων, ο Πουλέ αποδεικνύει ότι είναι το σύνολο των ενημερωτικών προϊόντων -ιστοσελίδες, δελτία ειδήσεων στην τηλεόραση και το ράδιο, περιοδικά, εφημερίδες- που βρίσκονται σε καθοδική τροχιά. Με άλλα λόγια, βρισκόμαστε μπροστά σε μια γενικευμένη κρίση της ενημέρωσης, η οποία συνδέεται με βαθύτερες μεταλλάξεις στο κοινωνικό σώμα (εντατικοποίηση της εργασίας και απορρύθμιση του ελεύθερου χρόνου, κρίση των ιδεολογιών και της πολιτικής, απορρύθμιση του συλλογικού κ.ά.).

Τρομακτική νάρκη

Είναι αλήθεια ότι η κρίση πλήττει με ιδιαίτερη σφοδρότητα τις εφημερίδες, αλλά και κάθε μορφή γραπτού λόγου (βιβλία και περιοδικά, με εξαίρεση τα καθαρά χρηστικά προϊόντα), σε μια κοινωνία μοναχικών ξένων, που σερφάρουν χωρίς να διαβάζουν, καλύπτοντας με την υστερική «επικοινωνία» των SMS και των e-mail, το έλλειμμα επικοινωνίας αισθημάτων και σκέψεων. Ωστόσο, είναι πολύ μακριά από την πραγματικότητα όσοι πιστεύουν ότι η απάντηση σ' αυτό το πρόβλημα βρίσκεται στο Ιντερνετ και όλα τα συμπαρομαρτούντα (ηλεκτρονική εφημερίδα, ηλεκτρονικό βιβλίο κ.ά.). Αντίθετα, το «Ιντερνετ» και ευρύτερα η λεγόμενη «οικονομία της γνώσης» αναδεικνύουν μια τρομακτική νάρκη στα θεμέλια του σύγχρονου καπιταλισμού: την κρίση του copyright σε όλες τις μορφές του, από τα άρθρα των εφημερίδων και τα βιβλία, μέχρι τα CD, τα DVD, τα λογισμικά και τα φάρμακα της μοριακής Βιολογίας. Κρίση, που εκδηλώνεται με το εκθετικά μεγεθυνόμενο, σε παγκόσμια κλίμακα, φαινόμενο της λεγόμενης «πειρατείας», η οποία οδηγεί σε ακατάσχετη αιμορραγία διαφυγόντων κερδών και υπονομεύει τα θεμέλια αυτοκρατοριών της «Νέας Οικονομίας».

Αν δούμε υπό αυτή την ευρύτερη οπτική γωνία την κρίση της έντυπης δημοσιογραφίας, θα την αναγνωρίσουμε ως κρίση της εφημερίδας-εμπόρευμα. Μπορεί όντως να μην υπάρχει, μακροπρόθεσμα, επιχειρηματικά βιώσιμη στρατηγική για την έκδοση ενημερωτικών εφημερίδων πανεθνικής εμβέλειας. Ή μπορεί, με αποκλειστικό κριτήριο τη βραχυπρόθεσμη κερδοφορία, μόνη λύση να αποδειχθεί ο Τύπος δύο ταχυτήτων - πλούσιες και ακριβές εφημερίδες για τους πλούσιους, φτωχές και φτηνές εφημερίδες για τους φτωχούς.

Αν είναι όμως έτσι τα πράγματα, τότε θα έπρεπε, ίσως, να σκεφθούμε ένα νέο μοντέλο, δημόσιας και συνεταιριστικής πληροφόρησης, πλάι στην ιδιωτική - ενδεχομένως και σε σύμπραξη με τον ιδιωτικό τομέα. Όπως έχουμε αποδεχθεί ότι υπάρχουν πράγματα, σαν την Υγεία και την Παιδεία, όπου το Δημόσιο υποχρεούται να παίζει πρωταγωνιστικό ρόλο, έτσι μπορεί να το δεχθούμε και για την πληροφόρηση.

Αυτό, βέβαια, δεν σημαίνει ότι το κράτος θα έσπευδε να εκδώσει απευθείας τις δικές του «Ιζβέστια». Θα μπορούσε, ωστόσο, να ενθαρρύνει εκδοτικές προσπάθειες από θεσμούς όπως τα μορφωτικά ιδρύματα μεγάλων τραπεζών, πανεπιστήμια, Δήμοι ή επιχειρήσεις κοινής ωφέλειας. Η εμπειρία του βρετανικού BBC, έστω κι αν αφορά τη ραδιοτηλεόραση, είναι ενθαρρυντική. Σε κάθε περίπτωση, η διεισδυτική ερευνητική δημοσιογραφία και η διαφωτιστική ανάλυση είναι αναγκαίες όχι μόνο στο ευρύ κοινό, αλλά και στις ίδιες τις κυρίαρχες τάξεις, τουλάχιστον όσο αναγκαία τους είναι τα μεταφορικά δίκτυα, ο ηλεκτρισμός και οι τηλεπικοινωνίες. Γι' αυτό κάποια στιγμή θα πρέπει, μάλλον, να αποφασίσουν ότι αξίζει τον κόπο να καταβάλουν το απαιτούμενο τίμημα.

Παρασκευή, 17 Ιουλίου 2009

Τα Μέσα Ενημέρωσης σε δίλημμα

του Κωνσταντίνου Καμάρα


(Νέα 17.07.2009)

Το ότι οι περισσότεροι οικονομικοί δείκτες και τα μεγέθη συσχετίζονται (σε μικρό ή μεγάλο βαθμό) με τον ρυθμό αύξησης του Ακαθάριστου Εγχώριου Προϊόντος είναι γνωστό. Το ίδιο ισχύει, προφανώς, και για τον αριθμό συγχωνεύσεων και εξαγορών στον επιχειρηματικό χώρο. Συχνά τέτοιου είδους δραστηριότητα σηματοδοτεί εξελίξεις τόσο στην ευρύτερη οικονομία όσο και σε επιμέρους κλάδους, εάν αυτοί αποκλίνουν (θετικά ή αρνητικά) από τον μέσο όρο. Όχι πως εξαγορές και συγχωνεύσεις προκύπτουν μόνο τις ανθηρές εποχές, όταν υπάρχουν κεφάλαια και επιθετικοί στόχοι. Τουναντίον, οι υφέσεις ενίοτε οδηγούν σε «αμυντικές» ή «ορθολογικές» συγχωνεύσεις, ή και σε περιπτώσεις όπου μία εταιρεία δέχεται να εξαγοραστεί για να μην κλείσει. Το μόνο βέβαιο είναι πως σχεδόν παντελής απουσία τέτοιων συναλλαγών συνήθως μεταφράζεται σε χρόνια ή οριστική παρακμή ενός κλάδου. Ό,τι δηλαδή συμβαίνει σήμερα στον Τύπο. Ή όχι;

Θεωρητικά, η συγκυρία θα έπρεπε να κριθεί ως ιδιαίτερα θετική για σχετικές επιχειρηματικές κινήσεις. Πρώτον, η παρατεταμένη ύφεση και τα απογοητευτικά αποτελέσματα εταιρειών Μέσων Ενημέρωσης έχουν οδηγήσει σε χαμηλές- άρα και ελκυστικές για πιθανούς αγοραστές- αποτιμήσεις. Δεύτερον, οι πρώτες ενδείξεις ανάκαμψης διεθνώς αρχίζουν να αλλάζουν σταδιακά το κλίμα, δίνοντας αίσθηση θετικής προοπτικής στην όποια στρατηγική απόφαση. Τέλος, η ένταση της ύφεσης ξεκαθάρισε το τοπίο όσον αφορά το μέλλον των ΜΜΕ, διέλυσε στρατηγικά διλήμματα και κατέστησε συγκεκριμένες πολιτικές (λ.χ. έμφαση στα ψηφιακά Μέσα) μονόδρομο. Και όμως, σύμφωνα με τους περισσότερους ειδήμονες, οι εξαγορές και συγχωνεύσεις στον χώρο των Μέσων Ενημέρωσης θα είναι ελάχιστες τουλάχιστον μέχρι τα τέλη του επόμενου έτους. Η βασική αιτία συνίσταται στο ότι σχεδόν όλες οι επιχειρήσεις ΜΜΕ έχουν ταυτόχρονα υψηλό δανεισμό και- για το άμεσο μέλλον- αβέβαιη ρευστότητα, συνεπώς καμία δεν δύναται να μπει στη θέση του αγοραστή. Έτσι, οι υποψήφιοι πρέπει να αναζητηθούν σε άλλους κλάδους συγγενικούς ή μη, οι οποίοι ωστόσο, βλέποντας τις εγγενείς δομικές δυσκολίες του χώρου των Μέσων, δεν είναι ιδιαίτερα πιθανό να σπεύσουν ως αρωγοί ή σωτήρες.

Γι΄ αυτό και η εξαγορά του ομίλου Βlethen Μaine Νewspapers- που εκδίδει τις Ρortland Ρress Ηerald και Μaine Sunday Τelegram- από την εταιρεία επενδύσεων ΗΜ Capital Ρartners προκαλεί ιδιαίτερο ενδιαφέρον, ειδικά εφόσον δεν πρόκειται για πασίγνωστους εθνικούς τίτλους αλλά για απλές επαρχιακές εφημερίδες. Ωστόσο, μια αναλυτική εξέταση των δεδομένων πιθανόν αποκαλύπτει τα σημεία αξίας της εξαγοράς και ενδεχομένως δείχνει τον δρόμο για μελλοντικές κινήσεις στον Τύπο. Πρώτον, τα εν λόγω έντυπα είναι τοπικά μονοπώλια, σε μία εποχή όπου οι καταρρέοντες τίτλοι τείνουν να βρίσκονται σε πόλεις με δυοπώλιο, άρα με ανταγωνισμό, όπως η Βοστώνη, το Σικάγο, το Σιάτλ και το Ντένβερ. Δεύτερον, εκτιμάται ότι οι μικρότερες πόλεις και κοινότητες υποστηρίζουν θερμότερα την εφημερίδα τους αφού, λόγω περιορισμένου μεγέθους δυνητικής αγοράς, οι παγκόσμιοι γίγαντες του Διαδικτύου δεν έχουν σπεύσει ακόμα να προσφέρουν αντίστοιχες ηλεκτρονικές υπηρεσίες ενημέρωσης. Τρίτον, η τελική αποτίμηση του ομίλου ήταν ρεαλιστικά χαμηλή, ενώ παραδόξως ο συνολικός δανεισμός του προέκυψε ως σχετικά περιορισμένος.

Εν τούτοις, ίσως το σημαντικότερο σημείο που πρέπει να υπογραμμιστεί είναι η συμφωνία με τα συνδικάτα. Άλλωστε, οι επενδυτές είχαν αρνηθεί να ολοκληρώσουν την εξαγορά εάν τούτο το ζήτημα δεν είχε λυθεί πρώτα. Η πρόταση ήταν σαφώς δυσάρεστη καθώς περιελάμβανε τόσο μειώσεις απολαβών όσο και σταδιακές περικοπές προσωπικού. Ωστόσο, τελικά οι συνδικαλιστές την ενέκριναν όταν συνειδητοποίησαν πως, υπό τις παρούσες (και διαφαινόμενες μελλοντικές) συνθήκες, η άλλη επιλογή ήταν το κλείσιμο των εφημερίδων σε μερικούς μήνες και, συνεπώς, η απώλεια όλων των θέσεων εργασίας. Πεφωτισμένοι ή μειοδότες; Το μέλλον πολλών εφημερίδων στον δυτικό κόσμο θα εξαρτηθεί από το πώς θα τους κρίνουν οι συνάδελφοί τους...


ΕΝΑΝΤΙΑ ΣΤΟ ΡΕΥΜΑ; Παρά τις ελκυστικές για πιθανούς αγοραστές αποτιμήσεις- σύμφωνα με τους περισσότερους ειδήμονες - οι εξαγορές και συγχωνεύσεις στον χώρο των Μέσων Ενημέρωσης θα είναι ελάχιστες τουλάχιστον μέχρι τα τέλη του επόμενου έτους.


*Ο Κωνσταντίνος Καμάρας είναι σύμβουλος της Διεθνούς Ένωσης Εφημερίδων και μέλος Δ.Σ. του ΙΑΒ Εurope, πανευρωπαϊκού οργανισμού για τη διαδραστική επικοινωνία

Τετάρτη, 15 Ιουλίου 2009

Οι 6 προτάσεις Τσίπρα για την κρίση στα media

Απόσπασμα από τη συνέντευξή του στο City (16.07.2009)


Το πρώτο σημείο: Ξέρετε έχουμε μια κρατική διαφήμιση που αφορά όλα τα έντυπα μέσα, όλες τις εφημερίδες η οποία τον προηγούμενο χρόνο, σε ονομαστικές τιμές, έφτασε στο ύψος των 83 εκατομμυρίων ευρώ και αυτή η διαφήμιση γνωρίζουμε ότι κατανέμεται με αδιαφανή και ευνοιοκρατικό τρόπο. Είναι ώρα να τεθούν συγκεκριμένα κριτήρια και να μην είναι μοναδικό κριτήριο η κυκλοφορία αλλά να είναι και κριτήριο οι θέσεις απασχόλησης σε μια εφημερίδα δηλ πόσοι εργαζόμενοι απασχολούνται σε καθεστώς πλήρους εργασίας, 83 εκατομμύρια δεν είναι λίγα χρήματα από το δημόσιο προϋπολογισμό και την ίδια στιγμή να έχουμε ασυδοσία των διοικήσεων να πετάνε τους εργαζόμενους στο δρόμο. Αυτός είναι ο πρώτος άξονας των προτάσεων.

Δεύτερος άξονας των προτάσεων: Οι επιχειρήσεις του Τύπου, ιδιαίτερα όσες από αυτές τις επιχειρήσεις διασώζονται με κρατική αιμοδοσία, με κρατική επιχορήγηση, ότι δεν προχωρήσουν σε απολύσεις, τουλάχιστον για ένα συγκεκριμένο χρονικό διάστημα. Η πρόταση αυτή δεν είναι καμιά ριζοσπαστική πρόταση, ενός αριστερού κόμματος που δεν αντιλαμβάνεται την πραγματικότητα και θεωρεί ότι ζούμε σε συνθήκες σοσιαλισμού. Είναι μια πρόταση η οποία εφαρμόστηκε στην Γαλλία από τον δεξιό κ. Σαρκοζί. Μαζί και με άλλες προτάσεις, βεβαίως, που έχουν ενδιαφέρον να δούμε όπως η κρατική επιχορήγηση σε εφημερίδες προκειμένου να αποκτούν νέο αγοραστικό κοινό, με συνδρομές σε νέους εργαζόμενους, σε άνεργους. Δεύτερος άξονας των προτάσεων μας οπότε είναι να μην έχουν το δικαίωμα να προχωρήσουν σε απολύσεις εκείνες οι εταιρίες, επιχειρήσεις τύπου που παίρνουν κρατικές επιχορηγήσεις.

Τρίτος άξονας: Οι επιχειρήσεις τύπου, κατά τη γνώμη μας, είναι επιχειρήσεις ειδικού σκοπού και όλοι αντιλαμβανόμαστε ότι επιτελούν ένα λειτούργημα, αυτό της ενημέρωσης. Δεν είναι λοιπόν αποδεκτό να λειτουργούν με αμιγώς επιχειρηματικές σκοπιμότητες και να μας αιφνιδιάζουν. Επιβάλλεται λοιπόν οι εκπρόσωποι των εργαζομένων να συμμετέχουν στη διοίκηση των εταιριών αυτών ώστε να διασφαλίζεται μια στοιχειώδης διαφάνεια στη λήψη των αποφάσεων και να διασφαλίζεται και η δυνατότητα έγκαιρης παρέμβασης των εργαζομένων σε τέτοιου είδους επιδιώξεις όπως αυτή που είδαμε στον Ελεύθερο Τύπο.

Τέταρτος άξονας: Το αιφνιδιαστικό κλείσιμο του Ελεύθερου Τύπου ανάδειξε όλο αυτό το εργασιακό καθεστώς που επικρατεί στον χώρο των ΜΜΕ. Πολλοί από τους συναδέλφους σας δεν θα έχουν ούτε καν τη δυνατότητα να ενταχθούν σε καθεστώς ανεργίας και να παίρνουν το επίδομα. Διότι παρά το γεγονός ότι είναι μισθωτοί εργαζόμενοι καταγράφονται ως αυτοαπασχολούμενοι, με μπλοκάκια. Εδώ πρέπει να υπάρξει μια στοιχειώδης δυνατότητα ώστε να δοθεί η δυνατότητα να καταφύγουν στο επίδομα ανεργίας αυτοί οι μισθωτοί που καταγράφονται ως αυτοαπασχολούμενοι. Είναι μια στοιχειώδης πράξη κοινωνικής αλληλεγγύης την οποία οφείλει η κυβέρνηση.

Πέμπτος άξονας: Να υπάρξει λήψη μέτρων και να ενισχυθεί η προοπτική της εισόδου στον τύπο κοινωνικών φορέων, συλλογικών εγχειρημάτων των συντακτών. Με βάση συγκεκριμένα και αυστηρά κριτήρια αλλά αυτό είναι κάτι που έχει προοπτική και ιδιαίτερο ενδιαφέρον και είναι πρωτοπόρα η διαδικασία που βλέπουμε εδώ, της λειτουργίας δηλ του ραδιοφωνικού σταθμού και της έστω και εβδομαδιαίας κυκλοφορίας ενός δεκαεξασέλιδου του Ελεύθερου Τύπου ως ένθετο σε άλλες εφημερίδες.

Έκτο και τελευταίο: Αυτή τη στιγμή υπάρχει μια διαδικασία εκκαθάρισης. Η εκκαθάριση όπως γνωρίζουμε στην επιχείρησης αυτή. Ο εκκαθαριστής λοιπόν οφείλει να δώσει όλα τα δεδομένα στους εργαζόμενους. Δεν μπορούμε να συζητάμε περί προστασίας προσωπικών δεδομένων- τι ειρωνεία;- την ίδια στιγμή που ψηφίζει η κυβέρνηση στη Βουλή για τράπεζες DNA, για κάμερες παντού. Έλεος. Άρα λοιπόν εδώ είναι μια δημόσια διαδικασία όχι να τα δώσει φόρα παρτίδα, στους εργαζόμενους όμως που ζητάνε τα στοιχεία νομίζω ότι είναι υποχρεωμένος ο εκκαθαριστής να τα δώσει.

Κυριακή, 12 Ιουλίου 2009

Βάλαμε τα χέρια μας και βγάλαμε τα μάτια μας…

του Γιώργου ΑΥΓΕΡΟΠΟΥΛΟΥ*

Πρόλαβα μια εποχή όπου οι δημοσιογράφοι ήταν δημοσιογράφοι και όχι τηλεπερσόνες και μεγαλοπαράγοντες. Τότε τα δελτία ήταν μισής ώρας και έπαιζαν πραγματικές ειδήσεις, ενώ οι εφημερίδες στηρίζονταν στο ρεπορτάζ. Πρόλαβα μια εποχή όπου ο κόσμος αισθανόταν το δημοσιογράφο δίπλα του, σύμμαχο ενάντια στην αδικία και όχι ένα λαμόγιο. Αυτά συνέβαιναν πριν από 20 χρόνια. Σήμερα τα τηλεοπτικά δελτία έχουν μετεξελιχθεί σε lifestyle μαγκαζίνο η σε εκπομπές γνώμης όπου ο θεατής πρώτα ακούει το σχόλιο και έπειτα την είδηση. Οι εφημερίδες,
από την άλλη, έχουν γίνει πολυέντυπα που προσφέρουν αυτοκίνητα, σκάφη, σπίτια, σερβίτσια και 2 ταινίες dvd στον αποβλακωμένο αναγνώστη τους. Περιγράφουν μάλιστα με λεπτομέρειες συναντήσεις που δεν έγιναν ποτέ, όπως αυτή των Καραμανλή – Ερτογάν.
Πέρα από τις ευθύνες των εκδοτών – ιδιοκτητών, πέρα από την οικονομική κρίση, μεγάλο μερίδιο ευθύνης για την κρίση που μαστίζει το χώρο της ενημέρωσης έχουν οι ίδιοι οι δημοσιογράφοι, μεμονωμένα και συλλογικά.
Σχετικά με την προσωπική ευθύνη του καθενός μας βλέπω πως το επάγγελμα έχει γεμίσει με ανθρώπους που λένε πρόθυμα «ναι» σε όλα για να επιβιώσουν. Μωροφιλόδοξοι που δεν πειράζει να κάνουν λίγες εκπτώσεις στην αξιοπρέπειά τους, προκειμένου να γίνουν διάσημοι.
Υπάρχουν άνθρωποι που αν τους ζητηθεί να πηδήξουν από το μπαλκόνι «γιατί αυτό κάνει νούμερα» μπορεί και να πηδήξουν. Σε συζητήσεις γύρο από αυτό το θέμα έχω ακούσει τις πιο παράδοξες απαντήσεις: Αν δεν το κάνω εγώ, θα είναι κάποιος άλλος» , ή «εγώ εντολές εκτελώ». Το πρώτο μου θυμίζει απαντήσεις διεφθαρμένων Μεξικανών αστυνομικών που συνεργάζονται με τα καρτέλ των ναρκωτικών. Το δεύτερο μου θυμίζει τις απαντήσεις των ναζί εγκληματιών πολέμου στη δίκη της Νυρεμβέργης.
Σχετικά τώρα με τη συλλογική ευθύνη, αυτή βρίσκεται στο συνδικαλιστικό όργανο των δημοσιογράφων.
Οι απεργίες και οι καταγγελίες είναι καλές σε ό,τι έχει να κάνει με τα κρίσιμα εργασιακά ζητήματα. Τι γίνεται όμως με την ουσία του πράγματος, με την ποιότητα της δουλειάς; Τίποτα. Η μεγαλύτερη ένωση δημοσιογράφων της χώρας δεν ασχολείται σχεδόν καθόλου με την επαγγελματική επιμόρφωση των μελών της. Με άλλα λόγια, «η δημοσίευσις που αποτελεί την ψυχή της δικαιοσύνης» έχει αφεθεί στην τύχη της.
Είναι χαρακτηριστικό πως από τον Ιανουάριο του 2008 ως τον Ιούλιο του 2009 η ΕΣΗΕΑ είχε οργανώσει μόνο ένα σεμινάριο ορθοφωνίας και ένα συνέδριο με τίτλο ¨Η ποίηση σήμερα». Την ίδια περίοδο δεν οργανώθηκε τίποτα για τις νέες τεχνολογίες ή που να εξετάζει ζητήματα ηθικής και αξιοπιστίας στην ενημέρωση. Θα αισθανόμουν ειλικρινά χαρούμενος αν έβρισκα στον ιστότοτοπο της Ένωσης έστω και μία καταδικαστική ανακοίνωση για το ρεπορτάζ με την υποτιθέμενη συνάντηση Καραμανλή – Ερντογάν. Δεν βρήκα τίποτα. Και θα ήμουν ευτυχής αν μάθαινα ότι το συνδικαλιστικό όργανο των δημοσιογράφων κήρυξε 24ωρη απεργία σε κάποιον τηλεοπτικό σταθμό απαιτώντας να ανέβει η ποιότητα του δελτίου. Μέχρι να συμβεί αυτό θα ενημερώνομαι από το διαδίκτυο και θα κοιτώ τη χώρα μου με τα μάτια ενός ξένου. Θα βλέπω τα ΜΜΕ να μαστίζονται από τις επεμβάσεις κέντρων εξουσίας και να αποτελούν πεδίο δράσης μηχανισμών διοχέτευσης πληροφοριών. Θα βλέπω δημοσιογράφους να χορεύουν χέρι χέρι με πολιτικούς το χορό του Ζαλόγγου. Με ολέθριες συνέπειες για τον κλάδο, την ενημέρωση την κοινωνία και τη δημοκρατία.

*Ο Γιώργος Αυγερόπουλος είναι δημοσιογράφος, δημιουργός της βραβευμένης σειράς ντοκιμαντέρ «Εξάντας». Το άρθρο δημοσιεύεται στον "Εναλλακτικό Τύπο" , την εφημερίδα των απολυμένων του "Ελεύθερου Τύπου", ο οποίος θα βρίσκεται στα περίπτερα, ως αύριο Τρίτη.

15 ιδέες για την αντιμετώπιση της κρίσης

του Βασίλη Κουφόπουλου


1.Απόσυρση της ΕΡΤ από τη διαφημιστική αγορά, εφόσον λαμβάνει ανταποδοτικό τέλος και κρατική επιχορήγηση. Δημοσίευση ξεχωριστών λογαριασμών, με τα έσοδα από διαφήμιση και ανταποδοτικό τέλος για τις δαπάνες της των προηγούμενων ετών.
2. Κατάργηση της δεύτερης μισθωτής απασχόλησης σε ΜΜΕ. Η δεύτερη εργασία, μόνο με δελτίο παροχής υπηρεσιών
3.Κατάργηση των απευθείας προσλήψεων δημοσιογράφων στα γραφεία Τύπου , γραφεία υπουργών, ΕΡΤ και τις λοιπές υπηρεσίες του δημοσίου . Η τοποθέτηση τους να γίνεται με διαγωνισμό με βάση επαγγελματικά (πτυχία , γλώσσες ) και κοινωνικά κριτήρια (ανεργία με διαφανείς διαδικασίες) ανάρτηση στο Internet όλων των φάσεων της διαδικασίας . Η πρόσληψη σημαίνει αυτόματα πως ο δημοσιογράφος δεν μπορεί να εργαστεί σε ΜΜΕ.
4.Υποχρεωτική δημοσιοποίηση της λίστας εργαζόμενων δημοσιογράφων άνευ αιτήματος ενώσεων από τη γενική γραμματεία Τύπου, , και από τα αρμόδια υπουργεία, ΔΕΚΟ, κ.α.
5.Στην περίπτωση της οποιασδήποτε κρατικής ενίσχυσης των ΜΜΕ, υπό τη μορφή δανεισμού ή εγγυήσεων, η επιχείρηση απαγορεύεται να προχωρήσει σε απόλυση, ή απομάκρυνση προσωπικού. Η παραβίαση του όρου να τιμωρείται με φυλάκιση του διευθύνοντος συμβούλου.
6.Κεντρική διαχείριση της κρατικής διαφήμισης με τη θέσπιση του κανόνα ίσος αριθμός καταχωρήσεων με διαφορετικό τιμολόγιο ανάλογα με την κυκλοφορία. Η γενική γραμματεία Τύπου που θα έχει την ευθύνη είναι υποχρεωμένη να αποφασίζει για την αναγκαιότητα της καμπάνιας, τον ανάδοχο, και να παρουσιάζει αναλυτικά στοιχεία στο Διαδύκτιο για το κόστος κάθε διαφήμισης , με παράλληλη κατάργηση των επιστροφών
7.Πιστοποίηση κυκλοφοριών : Δημιουργία γραφείου πιστοποίησης κυκλοφορίας Ειδικά για τις δωρεάν εφημερίδες, θέσπιση οριζόντιου ελέγχου στον πραγματικό αριθμό των φύλλων που τυπώνονται, με την αναζήτηση όχι μόνο του αρχικού τιμολογίου, αλλά και του πιστωτικού που συνήθως εκδίδεται στη συνέχεια.
8.Πιστοποίηση μετρήσεων : Ανάθεση στο ΙΟΜ του ελέγχου όλων των μετρήσεων (αναγνωσιμότητα, ακροαματικότητα, θεαματικότητα ) Σε συνεργασία με τα Πανεπιστήμια έκδοση πραγματικών στοιχείων μέτρησης της διαφημιστικής δαπάνης.
9.Κεντρική διαχείρισης της προμήθειας χάρτου. Μια τιμή για όλες τις εφημερίδες.
10.Μείωση κατά 50% του τέλους χρήσης συχνοτήτων των τηλεοπτικών σταθμών όσο διαρκεί η κρίση .
11.Έκδοση αναλογικών και ψηφιακών αδειών ραδιοφωνικών και τηλεοπτικών σταθμών
12.Συμφωνία τιμής μεταξύ των εκδοτών για την απόσυρση από τις προσφορές των ταινιών που επιβαρύνουν με τεράστιο κόστος τις εταιρείες. Θέσπιση κανόνων για προσφορές που έχουν άμεση συνάφεια με το εκδοτικό αντικείμενο. (πχ ντοκιμαντέρ)
13.Ασφάλιση στο ΕΤΑΠ-ΜΜΕ των εργαζομένων στα ηλεκτρονικά ΜΜΕ με παράλληλη επιβολή αγγελιοσήμου.
14.Κανόνες διαφάνειας στην παροχή οικονομικής βοήθειας από την ΕΣΗΕΑ , στα μέλη της, με την ανάρτηση των σχετικών προϋποθέσεων στην ιστοσελίδα της όπως και των απολογιστικών στοιχείων , με τη δεδομένη προστασία του απορρήτου.
15.Υποχρεωτική ανάρτηση των πρακτικών του ΔΣ της ΕΣΗΕΑ και του ΕΣΡ στο Internet

Δευτέρα, 6 Ιουλίου 2009

Δημοσιογραφική συνεργασία: "Μπλόφα το αριστερό προεδρείο"

ΑΝΑΚΟΙΝΩΣΗ ΓΙΑ ΤΟ ΘΕΜΑ ΤΗΣ ΕΚΛΟΓΗΣ ΠΡΟΕΔΡΕΙΟΥ ΤΗΣ ΕΣΗΕΑ

Το αποτέλεσμα των εκλογών του Μάη επιβεβαίωσε την κυριαρχία και στο νέο ΔΣ, του αυθεντικού κυβερνητικού - νεοφιλελεύθερου συνδικαλισμού («Δημοσιογράφοι για τη Δημοσιογραφία») και του συναινετικού, συνδιαχειριστικού (ΚΕΔ, «Δημοσιογραφική Ενότητα», αλλά και η «Συσπείρωση», που συγκαλύπτει την πλήρη υποταγή της, με την πάγια παρελκυστική τακτική του μάρκετινγκ αγωνιστικότητας). Είναι παρατάξεις που, μπορεί να κάνουν ελιγμούς, να αποφασίζουν και κινητοποιήσεις, αλλά πάντα κινούνται «εντός των τειχών». Γι' αυτό δεν έχουν διεκδικητικό πλαίσιο που να υπηρετεί τις σύγχρονες ανάγκες των μισθωτών δημοσιογράφων. Δεν έχουν «γραμμή» σύγκρουσης με την πλουτοκρατία, αποδέχονται τη γενικότερη στρατηγική του κεφαλαίου και της Ευρωπαϊκής Ενωσης, εξαπατούν με προτάσεις δήθεν εξανθρωπισμού της καπιταλιστικής βαρβαρότητας.

Ο αρνητικός - για τα συμφέροντα των εργαζόμενων μισθωτών δημοσιογράφων - συσχετισμός δυνάμεων στο ΔΣ, κάνει αδύνατη τη συμμετοχή μας στο προεδρείο, με οποιονδήποτε τρόπο και οποιαδήποτε μορφή. Οσο πιο γρήγορα οι εργαζόμενοι σταματήσουμε να έχουμε αυταπάτες για το νέο ΔΣ, τόσο πιο γρήγορα και αποτελεσματικά θα μπορέσουμε να οργανώσουμε την πάλη μας.

Είναι προφανές ότι η «Δημοσιογραφική Συνεργασία» δεν μπορεί σε καμιά περίπτωση να στηρίξει προεδρείο με τους «Δημοσιογράφους για τη Δημοσιογραφία».

Από την άλλη, δεν μπορεί να υπάρξει προεδρείο με τη «Συσπείρωση Δημοσιογράφων - Δούρειος Τύπος», λόγω της εγκληματικής για τα συμφέροντα των εργαζομένων αφερεγγυότητάς της, που εκπορεύεται από τη συνολική στάση και αντίληψη για το ρόλο του συνδικαλιστικού κινήματος. Και μόνο το γεγονός ότι μας προτείνει να συμπράξουμε σε προεδρείο «Συσπείρωσης» - «Δημοσιογραφικής Ενότητας» και το 2007 μάς πρότεινε προεδρείο «Συσπείρωσης» - ΚΕΔ (Τσαλαπάτη), αποδεικνύει την αφερεγγυότητα.

Καλεί (μαζί με την «Ενότητα»), στη συγκρότηση «αντιδεξιού» μετώπου και όχι μετώπου που θα αντιμάχεται συνολικά την αντιλαϊκή πολιτική, με οποιαδήποτε κυβερνητική παραλλαγή και τους όποιους εκφραστές αυτής της πολιτικής. Σκοπίμως αναφέρεται μόνο σε πρόσωπα, αφήνοντας έτσι στο απυρόβλητο την πολιτική που εφάρμοσαν.

Νομιμοποιεί με τη δράση και με τις θέσεις της τον εργοδοτικό - κυβερνητικό συνδικαλισμό. Παρέα με τους «Δημοσιογράφους» και την ΚΕΔ καλούσαν τους εργαζόμενους στις απεργιακές κινητοποιήσεις να στηρίξουν τη γραμμή της ΓΣΕΕ, της συνδιαλλαγής με τον ΣΕΒ και την εργοδοσία. Τα παραδείγματα είναι πάρα πολλά, αλλά αρκούν τα εντελώς πρόσφατα: Συμφώνησε με τους «Δημοσιογράφους», την «ΚΕΔ» και την «Ενότητα», στην απόφαση - πλαίσιο για το πρόβλημα της εκ περιτροπής εργασίας στην ΕΞΠΡΕΣ και στο πλαίσιο (ανακοίνωση ΕΣΗΕΑ) της 3ωρης στάσης εργασίας της 2ης Ιούλη.

Είναι μια γραμμή που δεν προετοιμάζει τους εργαζόμενους για σκληρές και σε βάθος χρόνου αναμετρήσεις και που, υποσχόμενη εύκολες και γρήγορες νίκες, αν όλοι τάχα είμαστε «ενωμένοι», σπέρνει αυταπάτες και τελικά ενισχύει την απογοήτευση των εργαζομένων για την αποτελεσματικότητα των αγώνων.

Είναι υπόλογοι και πρέπει να απολογηθούν προς τους εργαζόμενους και να πουν ποια είναι τα κοινά σημεία που τους δίνουν τη δυνατότητα να συνδιαμορφώνουν αποφάσεις με τους εργοδοτικούς. Δήθεν για την «ενότητα» των δημοσιογράφων, σε αντίθεση με τη δήθεν διασπαστική τακτική της «Δημοσιογραφικής Συνεργασίας» και του ΠΑΜΕ. Μας κατηγορούν ότι θέλουμε να είμαστε μόνιμα αντιπολίτευση, χωρίς να αναλαμβάνουμε ευθύνες. Οτι τάχα διαφωνούμε, απλά και μόνο για να φαινόμαστε διαφορετικοί, χωρίς όμως να λένε στον κόσμο, ούτε γιατί διαφωνούμε όταν διαφωνούμε, αλλά ούτε και γιατί αυτοί μεταξύ τους συμφωνούν. Τους λέμε ότι δρούμε υπεύθυνα, απολογούμενοι μέσα στους χώρους δουλειάς. Εκεί δρούμε καθημερινά και είμαστε μπροστά, στο μέτρο των δυνάμεών μας, σε όλα τα προβλήματα.

Η δημαγωγία της «Συσπείρωσης» και το μάρκετινγκ αγωνιστικότητας δεν μπορούν να κρύψουν την πραγματικότητα. Η κάθε δύναμη δεν κρίνεται από το τι δηλώνει, αλλά από το τι πράττει.

Η πρότασή της για «αριστερό προοδευτικό προεδρείο» είναι μια μπλόφα. Ιδιαίτερα αποκαλυπτικό για τις πραγματικές προθέσεις της είναι το γεγονός ότι, παραποιώντας πλήρως θέσεις και τοποθετήσεις μας στο ΔΣ για το θέμα της συγκρότησης του προεδρείου, «τροφοδοτεί» ένα βρώμικο επικοινωνιακό πόλεμο εναντίον μας. Που φτάνει να πάρει τη μορφή δημοσιευμάτων με αλητείες και αθλιότητες, σε επώνυμο site αλλά πάντα από ανώνυμους «επισκέπτες» και σε επίσης ανώνυμα blogs.

Αλλά, στο σπίτι του κρεμασμένου δε μιλάνε για σχοινί. Αποσιωπούν ότι το 2005 η «Συσπείρωση» ήταν αυτή που ζήτησε από την 1η συνεδρίαση αντιπροσωπευτικό - αναλογικό. Αλλο αν στη συνέχεια «πρόσφερε» την προεδρία στον Π. Σόμπολο, όταν, «ως διά μαγείας», μετά από μήνες καθυστέρησης, συγκροτήθηκαν ταυτόχρονα τα ΔΣ της ΕΣΗΕΑ και της ΠΟΕΣΥ με Π. Σόμπολο - Δ. Τρίμη και Δ. Τσαλαπάτη - Αντ. Νταβανέλο στις θέσεις των προέδρων και των γραμματέων.

Αποσιωπούν ότι το 2007 οι «Δημοσιογράφοι», με τη σειρά τους, από την 1η συνεδρίαση ζήτησαν αντιπροσωπευτικό - αναλογικό και η απάντησή μας ως «Μαχόμενη Δημοσιογραφία», τότε, ήταν «δε θα σας κάνουμε τη χάρη, το αντιπροσωπευτικό αναλογικό να αποτελέσει για σας την κολυμβήθρα του Σιλωάμ».

Δεν τους βολεύει η καθαρή θέση της «Δημοσιογραφικής Συνεργασίας».

Συνάδελφοι, συναδέλφισσες,

Επιδιώκουμε με τη στάση μας να κάνουμε καθαρό ότι η ενότητα δεν είναι ένα άδειο πουκάμισο για να το σηκώσει κάποιος όποτε θέλει και όπως τον βολεύει, δε γίνεται χωρίς αρχές.

Η ενότητα έχει συγκεκριμένο περιεχόμενο και συγκεκριμένους στόχους. Στόχους που δεν μπορεί να είναι, για παράδειγμα, «η αναχρηματοδότηση με ευνοϊκούς όρους των χρεών των επιχειρήσεων Τύπου» και η αναζήτηση κοινών λύσεων με τις εργοδοτικές οργανώσεις, απέναντι στην επίθεση που δέχονται οι εργαζόμενοι δημοσιογράφοι από τους εργοδότες.

Μια τέτοια ενότητα δένει όλο και πιο πολύ τα χέρια των εργαζόμενων δημοσιογράφων και τους οδηγεί στην αναζήτηση «εργολάβων», που θα τους λύσουν τα προβλήματα. Τέτοια ενότητα οι εργαζόμενοι δε τη χρειάζονται. Κάνει ζημιά και μόνο ζημιά στα συμφέροντά τους. Αντίθετα, οι εργαζόμενοι έχουν ανάγκη την ενότητα που ενισχύει τους αγώνες τους. Που θα τονώνει την εμπιστοσύνη στη δύναμή τους, ότι θα είναι οι ίδιοι πρωταγωνιστές στην πάλη ενάντια στην εργοδοσία και τους εκφραστές της. Που έχει καθαρό ποιοι είναι οι αντίπαλοι και οι εχθροί μας. Ενότητα, που δεν καλλιεργεί αυταπάτες ότι μπορούμε να βρούμε λύσεις με την εργοδοσία. Ενότητα, που δεν κάνει βήμα πίσω από κατακτήσεις, που θα διεκδικεί τον πλούτο που παράγουν οι εργαζόμενοι, με βάση τις σύγχρονες ανάγκες τους.

Η δέσμευση της «Δημοσιογραφικής Συνεργασίας» είναι να παλεύει με συνέπεια, μαζί με τους εργαζόμενους, για τα συμφέροντα και τα δικαιώματά μας. Με καθαρές θέσεις σύγκρουσης με τη γενικότερη αντιλαϊκή - αντεργατική πολιτική και τους εκφραστές της.

Σε αυτό το πλαίσιο θα πιέζουμε και στο ΔΣ υπέρ των δικαιωμάτων των εργαζόμενων δημοσιογράφων, όποιο και να είναι το προεδρείο, όπως κάναμε μέχρι τώρα.

Οπως είπαμε και πριν από τις εκλογές, οι μέρες που θα ζήσουμε το επόμενο διάστημα θα είναι πολύ δύσκολες.

Οι εργαζόμενοι δημοσιογράφοι δεν πρέπει να περιμένουμε τίποτα από «συμφωνίες» ανάμεσα στις παρατάξεις του ΔΣ. Καμιά βελτίωση των εργασιακών δικαιωμάτων μας δεν πρόκειται να έρθει χωρίς το δικό μας αγώνα. Ο μόνος δρόμος είναι η ενεργός συμμετοχή των εργαζομένων στη λήψη των αποφάσεων και η μαχητική αγωνιστική στάση γύρω από το αγωνιστικό διεκδικητικό πλαίσιο που υπερασπίζονται η «Δημοσιογραφική Συνεργασία» και το ΠΑΜΕ.

Η «Δημοσιογραφική Συνεργασία» δεν υπόσχεται εύκολες και γρήγορες λύσεις.

Στο βαθμό που ενισχύεται η ταξική μας ενότητα, στο βαθμό που ενισχύεται η αποφασιστικότητά μας, στο βαθμό που συνειδητοποιούμε την ανάγκη της σταθερής και μακρόχρονης οργανωμένης δράσης, στο βαθμό που αφήνουμε στην άκρη αυταπάτες (και βάζουμε στην άκρη αυτούς που τις σπέρνουν) μπορούμε να έχουμε κατακτήσεις.

Κυριακή, 5 Ιουλίου 2009

Περί Τύπου

του Σταύρου Ψυχάρη

Η περασμένη εβδομάδα επισκιάστηκε για την ελληνική δημοσιογραφία από την αιφνιδιαστική διακοπή εκδόσεως του «Ελεύθερου Τύπου», μιας από τις μεγάλες φιλοκυβερνητικές εφημερίδες, για λόγους οικονομικούς.

Η εξέλιξη αυτή μπορεί να ήταν η πιο δραματική για τους εργαζομένους και για τους αναγνώστες, που έχασαν την εφημερίδα τους, αλλά η δυσπραγία του Τύπου (και όχι μόνον στην Ελλάδα) αποτελεί ένα φαινόμενο το οποίο έγινε αισθητό όταν άρχισαν να λειτουργούν τα ιδιωτικά τηλεοπτικά κανάλια. Και διογκώθηκε με την εμφάνιση και τον επιτυχημένο ανταγωνισμό του Διαδικτύου.

Οι αλλαγές έχουν προκαλέσει συζητήσεις και ανησυχίες. Τι σημαίνουν όμως οι εξελίξεις αυτές για τη δημοσιογραφία και για την ενημέρωση γενικότερα σε μια δημοκρατική χώρα;

Ο μέσος πολίτης σήμερα ενημερώνεται κατ΄ αρχήν από τα ραδιοτηλεοπτικά μέσα, που προσφέρουν δωρεάν αλλά περιορισμένη ενημέρωση, στην οποία φαίνεται να αρκούνται πολλοί πολίτες.

Οι εφημερίδες; Ο Τύπος γενικότερα;

Είναι καταφανές ότι πρέπει η έντυπη πληροφόρηση να προσαρμοσθεί στις νέες συνθήκες. Αλλος τρόπος γραφής απαιτείται, χρειάζονται συνοπτικότερες (πάντοτε αναγκαίες) αναλύσεις, τις οποίες τα ραδιοτηλεοπτικά μέσα δεν μπορούν να προσφέρουν. Τα έντυπα μέσα ενημερώσεως προσφέρουν συνολική ενημέρωση- και τα γραπτά μένουν, ο πολίτης έχει τη δυνατότητα να διαβάσει, ακόμη και να μελετήσει ένα ζήτημα στις σελίδες μιας εφημερίδας. Βέβαια η εφημερίδα πρέπει να φθάσει στον πολίτη σύντομα και εύκολα. Αυτό αρχίζει να γίνεται μέσω του Διαδικτύου. Εκατομμύρια αναγνώστες «σερφάρουν» ήδη καθημερινώς στο Ιnternet αναζητώντας πληροφορίες.

Οι εφημερίδες λοιπόν θα ζήσουν ούτως ή άλλως. Το πιθανότερο είναι ότι θα τις βρίσκουν στο Ιnternet οι περισσότεροι και στη χάρτινη έκδοση οι «τυχεροί»... Βέβαια η μετάβαση στο Αύριο θα είναι επώδυνη διαδικασία- άλλοι θα χάσουν τη δουλειά τους, άλλοι τα λεφτά τους...

Το ζήτημα όμως δεν είναι πώς πάει η μια είτε η άλλη επιχείρηση Μέσων Ενημερώσεως, ούτε να ποδηγετήσουμε τις εξελίξεις μπορούμε. Το μεγάλο κεφάλαιο, αν θέλει και όποτε θέλει, θα εισβάλει και στον Τύπο. Το ζητούμενο είναι να έχει ταυτότητα ώστε να γνωρίζει ο πολίτης ποιος και τι του λέει. Από εκεί και πέρα η πρόοδος δεν θα ανακόπτεται και οι πολίτες έχουν αποδείξει ότι διαθέτουν μυαλό και κρίση.

(Το Βήμα της Κυριακής, 05.07.2009)

Τρίτη, 30 Ιουνίου 2009

Κεντρική διαχείριση της κρατικής διαφήμισης

του Βασίλη Κουφόπουλου

Θα επιχειρήσουμε με μια σειρά παρεμβάσεων για την κρίση στον Τύπο. Η διανομή της κρατικής διαφήμισης είναι ένα από τα σημεία αιχμής. Το κεντρικό ερώτημα είναι ποιοι φορείς του κράτους πρέπει να διαφημίζονται και ποιος πρέπει να χειρίζεται και με ποιο τρόπο τα κονδύλια . Η μεγάλη αλήθεια είναι πως δεν πρέπει να διαφημίζονται όλες οι υπηρεσίες του κράτους, παρά μόνο εκείνες που προσφέρουν υπηρεσίες στους πολίτες.
Μια σοβαρή κυβέρνηση πρέπει να δημιουργήσει ένα κεντρικό διαφημιστικό ταμείο, τη διαχείριση του οποίου θα αναλάβει η γενική γραμματεία επικοινωνίας & ενημέρωσης. Εκείνη θα συγκεντρώνει τα αιτήματα και θα αναλαμβάνει τις καταχωρήσεις στον Τύπο ακολουθώντας ποσοτικά και ποιοτικά κριτήρια. Στη συνέχεια θα αναρτά τα στοιχεία στο Internet , αναλυτικά με τα ποσά που δίνονται ανά μέσο, χωρίς εκπτώσεις, με την προμήθεια των διαφημιστικών εταιρειών να δημοσιεύεται όπως και το ποσό του αγγελιοσήμου. Κάθε μήνα η γραμματεία θα έχει την υποχρέωση να δημοσιεύει αναλυτικά και συγκεντρωτικά στοιχεία ανά μέσο στην ιστοσελίδα της

Τα ποσοτικά στοιχεία στις επί πώληση εφημερίδες είναι οι κυκλοφορίες, στο ραδιόφωνο οι ακροαματικότητες και στην τηλεόραση η θεαματικότητα, εφόσον είναι πιστοποιημένα από κρατικό φορέα ( π.χ. ΙΟΜ) Η βασική ιδέα Ρουσόπουλου για ίσο αριθμό καταχωρήσεων σε όλα τα ΜΜΕ, με διαφορετικό τιμολόγιο, είναι σωστή , όμως πρέπει να προστεθεί και η απαγόρευση των εκπτώσεων. Το ποσό που βγαίνει από το κράτος προς διάθεση στα Μέσα, πρέπει να φτάνει στον προορισμό του

Για τις δωρεάν εφημερίδες δεν μπορεί σε καμία περίπτωση ως στοιχείο να θεωρείται η αναγνωσιμότητα , όπως την καταγράφουν ιδιωτικές εταιρείες. Θα πρέπει να υπάρξει ένας μαθηματικός Τύπος , που θα δημιουργεί μια αναλογία στους αναγνώστες που λέει πως έχει μια δωρεάν εφημερίδα, σε σχέση με τις προς πώληση.

Media-crisis

του Μπάμπη ΑΓΡΟΛΑΜΠΟΥ

Από το μεσημέρι της Δευτέρας 22 Ιουνίου 2009, με τη “λύση και εκκαθάριση” της εφημερίδας Ελεύθερος Τύπος και του ραδιοφωνικού σταθμού City 99,5,
η γενική και ασαφής αίσθηση της οικονομικής κρίσης έχει άμεσες– μετρήσιμες συνέπειες στο χώρο της ενημέρωσης. Ήταν ένας ξαφνικός θάνατος που άφησε στον δρόμο 460 εργαζόμενους και σκόρπισε τη θλίψη σε πολλούς ετερόκλητους συγγενείς: κυβέρνηση, βουλευτές, εκδότες και μέτοχοι των μέσων επικοινωνίας, συνδικαλιστικές οργανώσεις και βεβαίως συνάδελφοι με άποψη ή και χωρίς καμία άποψη για το τοπίο της ενημέρωσης.

Για την κυβέρνηση δεν υφίσταται κανένα πολιτικό ζήτημα, η απόφαση του λουκέτου «ήταν επιχειρηματική» και υπό αυτό το πρίσμα αν υπάρχει λύση, οποιαδήποτε λύση, αυτή «θα έλθει από την αγορά». Με άλλα λόγια όσα λουκέτα και αν μπουν δεν έχουμε πολιτικά εργαλεία για να ξεκλειδωθούν. Ούτε όμως και να προληφθούν. Συμπερασματικά λοιπόν δεν έχουμε καμία ελπίδα ει μη μόνον να ανακάμψει η αγορά συνολικά και να ελεήσει την αγορά της ενημέρωσης. Με την καλή της την καρδιά.

Την άποψη αυτή ενστερνίζονται, όχι τόσο ωμά, επιχειρήσεις της ενημέρωσης, αλλά και διευθυντικά στελέχη των μέσων. Προβάλλοντας κυρίως το γεγονός ότι σε όλο τον κόσμο τα media διέρχονται κρίση και αναζητούν νέες τεχνικές οι οποίες συνοψίζονται με τον γενικό τίτλο της μετάβασης στις νέες τεχνολογίες. Κανείς βεβαίως δεν πρόκειται να επιχειρηματολογήσει σοβαρά κατά της τεχνολογικής εξέλιξης. Όμως το ερώτημα είναι αν η εξέλιξη προκαλεί αυτές τις βίαιες μεταβολές ή αντιθέτως τα λουκέτα και οι ξαφνικοί θάνατοι είναι η μοιραία
κατάληξη των στρεβλώσεων που προηγήθηκαν.

Μία άλλη άποψη επιχειρεί να προσπεράσει τους προβληματισμούς για το παρελθόν και την αγωνία για το μέλλον και για να σταθεί απλώς στοχοποιεί τις αντιδράσεις που έχουν εκδηλωθεί από τους συναδέλφους και άλλους εργαζόμενους των μέσων και τις συνδικαλιστικές τους εκφράσεις. Τι πέτυχε η 24ωρη απεργία; Θα λυθεί κανένα πρόβλημα με συγκρούσεις; Μήπως έτσι προκαλούμε την τύχη μας και η κρίση θα μας εκδικηθεί και μάλιστα εν θερμώ;

Ευτυχώς η κρίση έχει διεθνείς διαστάσεις και δεν μας αφήνει να ομφαλοσκοπούμε. Στις ΗΠΑ οι μεγαλύτερες περιφερειακές εφημερίδες, Chicago Tribune, Los Angeles Times, Minneapolis Star Tribune, Philadelphia Inquirer μπήκαν σε διαδικασία πτώχευσης. Άλλες προτίμησαν την διαδικασία του ξαφνικού θανάτου όπως η Rocky Mountain News και οι περισσότερες πέρασαν σε φάση αιματηρών περικοπών. Στα τοπικά μέσα καταγράφεται το ίδιο φαινόμενο, σύμφωνα με την επισκόπηση των John Nichols και Robert Mc Cheney στο περιοδικό The Nation (18 Μαρτίου 2009). Στην Ευρώπη η κρίση αποτυπώνεται με κάπως μικρότερη
ένταση αλλά σε ευρεία κλίμακα από την Ευρωπαϊκή Ενωση Δημοσιογράφων (τμήμα της IFG) και σε κάθε χώρα παρατίθενται εκτός από τις περικοπές ορισμένα διορθωτικά μέτρα.

Η Ελλάδα σύμφωνα με την κυβερνητική θεώρηση ήταν μέχρι πρότινος μία όαση οικονομικής σταθερότητας μέσα στην διεθνή οικονομική θύελλα. Λίγο ακόμη αν άντεχαν τα κρατικά ταμεία θα πιστεύαμε ότι είμαστε τυχεροί που δεν παράγουμε τίποτε καλό και ως εκ τούτου δεν μας αγγίζει και τίποτε κακό. Δυστυχώς όμως αυτές οι προσεγγίσεις κατέρρευσαν με πάταγο μέσα στο κατακαλόκαιρο με το μπαράζ φορολογικών μέτρων επί δικαίων και αδίκων και τη βεβαιότητα ότι έρχονται και άλλα. Με όρους αγοράς η κυβέρνηση θα έπρεπε να είχε ανακοινώσει προ
πολλού τη λύση και εκκαθάρισή της. Ο περυσινός προϋπολογισμός δεν έκλεισε, ο σημερινός δεν θα κλείσει και οι επόμενοι τελούν υπό την επιτήρηση της ΕΕ. Κι αν δεν ήταν η ΕΕ τότε η εκκαθάριση θα γινόταν από το ΔΝΤ.

Η κατάσταση στην αγορά των μέσων ενημέρωσης και επικοινωνίας ορίζεται από δύο βασικά στοιχεία. Τον μεγάλο αριθμό επιχειρήσεων και την μειούμενη διαφημιστική δαπάνη. Το κομμάτι της πίττας που αναλογεί, γίνεται ολοένα και πιο μικρό. Υπάρχει βεβαίως και το εργαλείο της κρατικής διαφήμισης. Η οποία όμως μάλλον προσιδιάζει σε έμμεση επιδότηση, δηλαδή πολιτικό χρήμα, παρά σε διαφημιστική πολιτική. Ας πάμε από τα μικρά: Πέρυσι οι 13 περιφέρειες διέθεσαν περί τα 13 εκατομμύρια ευρώ για διαφήμιση των δραστηριοτήτων τους. Από τις
μετρήσεις δεν προκύπτει ότι είχαν αποτέλεσμα. Στο κεντρικό κυβερνητικό επίπεδο, πέρυσι διατέθηκαν 83 εκατομμύρια μόνον από την κεντρική διοίκηση σε 67 έντυπα, εφημερίδες ημερήσιες και κυριακάτικες, πολιτικές, οικονομικές αθλητικές και γαργαλιστικού περιεχομένου. Πως διατέθηκαν αυτά τα διαφημιστικά; Κατά το δοκούν της κυβέρνησης βεβαίως και όχι της διαφήμισης. Ειδάλλως δεν θα καταβάλλονταν 30 ευρώ για κάθε φύλλο εφημερίδας που είχε ημερήσιο τιράζ 1.000 αντίτυπα και κρατικά έσοδα πάνω από 3 εκατομμύρια ευρώ . Συνεπώς δεν είναι
θέμα αγοράς αλλά αγοραίας πολιτικής συμπεριφοράς.

Η αξιοπιστία είναι κρίσιμο μέγεθος και για μας. Και δυστυχώς έχει περιοριστεί δραματικά αν δεν έχει χαθεί εντελώς στη διαδρομή. Τι είναι δημοσιογραφία στη σημερινή εποχή; Μήπως η έκφραση απόψεων χωρίς καμία τεκμηρίωση; Το μανιπουλάρισμα των πολιτών στη μία ή άλλη εκδοχή; Ή από την άλλη η μετάδοση στεγνών γεγονότων χωρίς αρμό με την κοινωνία; Ο δημοσιογράφος είχε επισημάνει στην τελευταία συνάντηση με το προεδρείο της ΕΣΗΕΑ προ διμήνου ο πρόεδρος της Δημοκρατίας Κάρολος Παπούλιας «είναι ένας σύντροφος στην κοινωνία».
Γνωρίζει τα προβλήματα και βρίσκεται δίπλα της στις κρίσιμες περιστάσεις. Και πάνω απ΄ όλα είναι ο πρώτος στον οποίο συντρέχουν οι κατατρεγμένοι για να πάρουν κουράγιο και να συνεχίσουν. Δεν σταθήκαμε σύντροφοι στην κοινωνία. Η γλώσσα μας ήταν και είναι γλώσσα της εξουσίας. Βλέπαμε τις απολύσεις των άλλων σαν διαρθρωτικά μέτρα. Τις βίαιες μεταβολές σαν επιβεβλημένες πολιτικές. Λειτουργήσαμε σαν βιτριόλι στο συνεκτικό ιστό. Και ευνοήσαμε κοινωνικούς αυτοματισμούς. Τώρα που ο κόσμος γύρισε ανάποδα, είναι επόμενο να μην
βρίσκουμε συμμάχους ή έστω συμπαραστάτες.

Ενδεχομένως όλα αυτά να μην απασχόλησαν ποτέ την ελληνική κοινωνία. Δεν μπορεί όμως να μην την απασχόλησε η δημόσια εικόνα μας έτσι όπως αυτή εμφανίζεται κάθε μέρα στα τηλεοπτικά δελτία και στις εκδόσεις των εφημερίδων. Δεν μπορεί να μην την απασχόλησε η εικόνα της ανύπαρκτης ΕΣΗΕΑ. Η αδράνειά της στα μείζονα και η εκνευριστική ενασχόλησή της με ανύπαρκτα θέματα. Η φαντασίωση ότι είναι μέρος του συστήματος εξουσίας. Φαντασίωση εν πολλοίς δικαιολογημένη αφού κάθε δημοσιογράφος ατομικά βλέπει τη θέση του ως ενδιάμεσου των
εξουσιών θεσμοθετημένων και μη και όσων δεν έχουν καμία εξουσία. Με φυσική ροπή προς την εξουσία και τα θέλγητρά της, πραγματικά ή φανταστικά.

Οι διαπιστώσεις αυτές όμως δεν καθιστούν το πρόβλημα μικρότερο. Η κρίση επιτείνεται με το κλείσιμο του Ελεύθερου Τύπου και του City και η αγωνία για ντόμινο είναι επωδός σε όλες τις συζητήσεις μας. Το πρόβλημα μεγεθύνεται λόγω του αρνητικού προσήμου διότι δεν είναι μαθηματικό. Ήταν μέχρι πρότινος, όταν το οικονομικό περιβάλλον επέτρεπε γαλαντομίες με δανεικά και οι απολυμένοι μέσα από διαμεσολαβήσεις ήλπιζαν σε θέσεις στα μέσα που ελέγχει το κράτος. Τώρα κανείς δεν τολμά να προτείνει τέτοιες λύσεις. Γιατί, πολύ απλά θα
κατηγορηθεί για εύνοια προς μία επαγγελματική ομάδα και αδιαφορία για όλες τις άλλες. Πλην όμως υπάρχει άλλη μία κρίσιμη παράμετρος που φωτίζει διαφορετικά το πρόβλημα. Οι διευθετήσεις που γινόταν έως πρότινος δεν είχαν κοινωνικά κριτήρια ή οικονομικά αλλά κυρίως κομματικά. Πολυθεσίτες και αργόσχολοι βρίσκονται σε όλα τα μέσα ενημέρωσης του δημοσίου, σε πολιτικά γραφεία αλλά και ανύπαρκτους οργανισμούς όπως πχ το αγροτικό τηλεοπτικό δίκτυο, σε εκδόσεις που ουδέποτε φθάνουν στους πολίτες και σε διάφορες παρεμφερείς
δραστηριότητες. Το ίδιο συμβαίνει και στις χαμηλότερες τάξεις του συστήματος, στους δήμους και τους οργανισμούς, σε κάθε υπηρεσία και επιχείρηση που φέρει την σφραγίδα του δημοσίου.

Τι μπορεί να δώσει λοιπόν διέξοδο από αυτή τη ζοφερή κατάσταση; Στις ΗΠΑ η συζήτηση σχηματοποιείται ως εξής: Αν η κυβέρνηση μοιράσει αφειδώς οικονομικές ενισχύσεις θα δημιουργηθούν σχέσεις εξάρτησης. Ωστόσο και στην περίπτωση που δεν δώσει ούτε ένα δολάριο η κατάσταση επιταχύνει την απορρύθμιση και ευνοεί τα ολιγοπώλια των ΜΜΕ που δεν είναι άσχετα με τα ολιγοπώλια που διαμορφώνονται γενικότερα στην αγορά. Στη Γαλλία η κυβέρνηση ενέκρινε πακέτο χρηματοδότησης 600 εκατομμυρίων ευρώ για τρία χρόνια και παράλληλα σειρά από
ειδικές ρυθμίσεις για την διανομή του Τύπου προς τις μικρότερες ηλικίες πολιτών. Στην Ολλανδία αντιμετωπίζονται εξατομικευμένα τα προβλήματα με προγράμματα αναχρηματοδότησης. Στη Βρετανία η συζήτηση έχει αρχίσει από τα περιφερειακά φύλλα και τα δημόσια μέσα.

Κατ΄ αναλογία θα μπορούσαν να τεθούν προς συζήτηση ανάλογα μέτρα στήριξης των ΜΜΕ στην Ελλάδα. Η κυβέρνηση όμως εμφανίζεται απρόθυμη να εισαγάγει στην ατζέντα αυτό το θέμα. Την ίδια στάση τηρεί και στα κακώς κείμενα που έχουν φέρει το χώρο της ενημέρωσης στο σημερινό αδιέξοδο. Ασυδοσία των επιχειρήσεων στο φορολογικό πεδίο και στην κοινωνική ασφάλιση (υπάρχουν επιχειρήσεις που δεν έχουν αποδώσει εισφορές επί δεκαετία).

Απέναντι σε αυτές τις στρεβλώσεις αντιτάσσουμε πρώτον την εισαγωγή μηχανισμών κοινωνικού ελέγχου, επαναξιολόγησης του συνολικού πλαισίου λειτουργίας των επιχειρήσεων μέσων επικοινωνίας, την θέσπιση κανόνων διαφάνειας και τήρησης αυτών των κανόνων χωρίς παρεκκλίσεις. Φυσικά όταν ανοίγει κανείς συζήτηση για τον εκδημοκρατισμό των μέσων οφείλει να συμπεριλάβει σε αυτή και τον εκδημοκρατισμό της λειτουργίας των συνδικαλιστικών ενώσεων. Και όλων των εξαρτήσεων που τείνουν να παγιωθούν στην αντίληψη των δημοσιογράφων,
ότι κάποιοι φυσιολογικά θα έχουν διπλές και τριπλές θέσεις στο δημόσιο (αυτό και αν είναι ασυμβίβαστο) και κάποιοι άλλοι δεν θα έχουν ούτε στοιχειώδη ασφαλιστική και ιατροφαρμακευτικά κάλυψη.

Όλα αυτά είναι γνωστά σε όλους. Η διαφορά είναι ότι σήμερα, υπό την πίεση των εξελίξεων δεν έχει κανείς την πολυτέλεια να περιστρέφεται άσκοπα. Ως Συσπείρωση-Δούρειος Τύπος έχουμε καταθέσει πλαίσιο συγκεκριμένων προτάσεων για την αντιμετώπιση της κρίσης και παράλληλα προτάσεις για την ανασυγκρότηση της ΕΣΗΕΑ. Καταγράφουμε όλες τις προτάσεις που τίθενται από τους συναδέλφους και τους προβληματισμούς που αναπτύσσονται ευρύτερα στην κοινωνία. Στα δημόσια αγαθά, όπως είναι η ενημέρωση, ο δημόσιος διάλογος επιβάλλεται να
διεξαχθεί έτσι όπως ορίζεται: Δημόσια, ανοιχτά, με συναίσθηση της κοινωνικής ευθύνης κάθε πλευράς. Όχι με παρασκηνιακές κινήσεις και μεθοδεύσεις που εντείνουν την καχυποψία και ανατροφοδοτούν την κρίση.

Δευτέρα, 29 Ιουνίου 2009

Αναχρηματοδότηση των ΜΜΕ

Ανακοίνωση της Δημοσιογραφικής Ενότητας

29/06/2009


Η νέα πραγματικότητα που δημιούργησε το κλείσιμο του Ε.Τ. ήρθε να υπογραμμίσει την δυσμενή οικονομική κατάσταση στην οποία βρίσκονται τα συγκροτήματα ΜΜΕ στη χώρα μας, κατάσταση που προσέλαβε επικίνδυνες διαστάσεις από τις συνέπειες της ευρύτερης οικονομικής κρίσης. Σ’ αυτήν τη χρονική στιγμή, υπάρχουν δύο δρόμοι που μπορεί να ακολουθήσουμε ως προοδευτικές δυνάμεις στον κλάδο: είτε απεργιακές κινητοποιήσεις, είτε διαβούλευση με ιδέες και προτάσεις.

Η Δημοσιογραφική Ενότητα έχει επιλέξει από το περασμένο φθινόπωρο όταν φάνηκαν τα πρώτα σημάδια της κρίσης το δεύτερο δρόμο, με αλλεπάλληλες προτάσεις. Σήμερα, προχωρεί σε μία ακόμη, η οποία έχει ένα διπλό στόχο: να συνδέσει δημιουργικά την αναχρηματοδότηση με χαμηλότερα επιτόκια των εκδοτικών επιχειρήσεων με τις θέσεις εργασίας, τα μισθολογικά και τα ασφαλιστικά δικαιώματα των δημοσιογράφων, καθώς και με την αναχρηματοδότηση και την εγγύηση των προσωπικών τους δανείων.

Πρόκειται για μία πρόταση που μπορεί πραγματικά να σταματήσει την κατάρρευση των ελληνικών ΜΜΕ, ειδικά, εάν συνδυαστεί με τη δέσμη προτάσεων που έχουμε καταθέσει από τον περασμένο Νοέμβριο.
Η πρότασή μας βρίσκεται στον αντίποδα τόσο της διαμάχης των εκδοτών για την κρατική διαφήμιση, που ευτελίζει τον Τύπο και τα ΜΜΕ, όσο και των κατά περίπτωση λύσεων που καταλήγουν στο να πληρώνουν το κόστος οι δημοσιογράφοι και οι άλλοι εργαζόμενοι στον κλάδο. Η πρότασή μας έρχεται σε μια περίοδο αλλαγών που φέρνει η διαδικτυακή τεχνολογία και η επικείμενη ψηφιακή εποχή, αλλά και η μείωση των κυκλοφοριών εξ αιτίας της δραματικής κάμψης του κύρους των ΜΜΕ.

Οι δημοσιογράφοι και οι άλλοι εργαζόμενοι στα ΜΜΕ δεν είναι αποκομμένοι από την τύχη της εκδοτικής επιχείρησης στην οποία απασχολούνται. Τα συμφέροντά τους, εργασιακά και ασφαλιστικά είναι στενά συνδεδεμένα με την οικονομική διαχείριση της εκάστοτε εταιρείας του χώρου, αν και η στρέβλωση σήμερα έχει οδηγήσει σε αλληλεξάρτηση με εργολαβικές και εφοπλιστικές επιχειρήσεις – αιμοδότες.

Σε κάθε περίπτωση, η στήριξη της πολιτείας και του τραπεζικού συστήματος στις εκδοτικές επιχειρήσεις με τη μορφή ρύθμισης χρεών, θα πρέπει να συνυπολογίζει και το θέμα του προσωπικού. Είναι ξεκάθαρα επιχειρήσεις εντάσεως εξειδικευμένης εργασίας. Συνεπώς, οι δημοσιογράφοι αποτελούν το κύριο παραγωγικό τους πλεονέκτημα.
Με άλλα λόγια, για να υπαχθεί σε καθεστώς ευνοϊκό μια τέτοια επιχείρηση θα πρέπει να διασφαλίζει ότι δεν θίγει εργασιακά και ασφαλιστικά δικαιώματα των εργαζομένων και πάντως δεν υλοποιεί ταυτόχρονα προγράμματα μείωσης προσωπικού. Θα πρέπει να διασφαλίζει ότι η πρώτη προτεραιότητά της πριν και μετά τη ρύθμιση, είναι η ασφαλιστική ενημερότητα.

Είναι καιρός για ουσιαστική συζήτηση και για προτάσεις. Συνεπώς, πρέπει να ξαναβάλουμε την ΕΣΗΕΑ στο επίκεντρο των διαβουλεύσεων. Πρέπει να χαρτογραφήσουμε το πρόβλημα της κάθε επιχείρησης. Να αποκτήσουμε τακτική επαφή με τους εργαζόμενους σε κάθε μέσο. Το προεδρείο πρέπει να επισκέπτεται πολύ συχνότερα τα ΜΜΕ, αλλά και τους εκδότες. Το πρόγραμμα αυτό, σε συνδυασμό με μια παράλληλη διαρκή επαφή με κάθε αρμόδιο κυβερνητικό παράγοντα, μπορεί να δώσει άμεσες και καθαρές απαντήσεις σε όλα τα δύσκολα θέματα.

Η πρόταση

Η κυβέρνηση με το νόμο για την ενίσχυση της ρευστότητας των τραπεζών, έθεσε στη διάθεση του ελληνικού τραπεζικού συστήματος 28 δισ. ευρώ. Τα χρήματα αυτά, στο μεγαλύτερο ποσοστό τους, δεν έχουν περάσει στην πραγματική οικονομία με τη μορφή νέων δανείων ή αναχρηματοδότησης παλαιών.

Πιστεύουμε ότι η συνέχιση της λειτουργίας των περισσοτέρων ΜΜΕ αντιμετωπίζει μεγάλο κίνδυνο λόγω των συσσωρευμένων χρεών παλαιότερων ετών, τα οποία σήμερα είναι δύσκολο να εξυπηρετηθούν. Ο κίνδυνος αυτός θα γίνει ακόμη μεγαλύτερος, εάν οδηγηθούμε το επόμενο διάστημα σε μεγαλύτερα επιτόκια εξυπηρέτησης του δανεισμού.

Το σύνολο των δανειακών υποχρεώσεων των ΜΜΕ να αναχρηματοδοτηθεί με ένα νέο ομολογιακό δάνειο χαμηλού επιτοκίου και αρχικής χαριστικής περιόδου πληρωμής, το οποίο θα καλυφθεί – με βάση τις νόμιμες τραπεζικές διαδικασίες – από το ελληνικό τραπεζικό σύστημα, από τα 28 δισ. ευρώ.

Όσα ΜΜΕ ενταχθούν σ’ αυτήν τη διαδικασία, θα υποχρεωθούν να μειώσουν τις αμοιβές των διευθυντικών τους στελεχών και να εγγυηθούν ταυτόχρονα και την αποπληρωμή των δανείων κάθε κατηγορίας που έχουν πάρει οι εργαζόμενοι σ’ αυτά τα Μέσα. Η αποπληρωμή μπορεί να γίνει με παρακράτηση και απόδοση από τις μηνιαίες αποδοχές, της μηνιαίας δόσης του κάθε δανείου.

Η υιοθέτηση της πρότασης σημαίνει ότι το κράτος και οι εκδότες εγγυώνται τα δάνεια του προσωπικού τους και κατά συνέπεια παρακάμπτονται τυχόν προβλήματα από τον Τειρεσία.

Σε ό,τι αφορά την κρατική διαφήμιση, θα πρέπει να συναρτάται ευθέως με τον αριθμό των θέσεων εργασίας στο μισθολόγιο και μάλιστα να πριμοδοτείται η σταθερότητα ή και η αύξηση του αριθμού των απασχολουμένων. Παράλληλα, κάθε εκδοτική επιχείρηση να δημοσιεύει στο τέλος κάθε μήνα αναλυτικά απολογιστικά στοιχεία για τα ποσά που έχει λάβει με τη μορφή κρατικής διαφήμισης.

Η πρόταση αυτή θα τεθεί υπόψη του ΔΣ της ΕΣΗΕΑ, των Ενώσεων Εργαζομένων όλων των ειδικοτήτων στα Μέσα, των εργοδοτικών ενώσεων και των κομμάτων και φυσικά της κυβέρνησης η οποία θα πρέπει να τοποθετηθεί άμεσα, εφόσον μάλιστα η επωδός των στελεχών της στις συναντήσεις με το Δ.Σ. της Ενώσεως Συντακτών ήταν «φέρτε προτάσεις».

Κυριακή, 28 Ιουνίου 2009

Στηρίζουμε "Ελεύθερο Τύπο"

ΨΗΦΙΣΜΑ της ΓΕΝΙΚΗΣ ΣΥΝΕΛΕΥΣΗΣ
των συντακτών της "Ελευθεροτυπίας', της "Κυριακάτικης Ε" και του enet.gr

Αθήνα, 25/6/2009


Οι ανησυχίες των εργαζομένων στον Τύπο ότι το κλείσιμο της εφημερίδας "Ελεύθερος Τύπος" και του ραδιοφωνικού σταθμού "Σίτι", επιδεινώνει το ήδη δυσμενές τοπίο στον χώρο είναι υπαρκτοί και βάσιμοι. Παράλληλα η εξέλιξη αυτή προστίθεται στο γενικότερο κλίμα ανασφάλειας, που βιώνουν οι εργαζόμενοι και πολλών άλλων κλάδων.
Γι' αυτό εμείς οι συντάκτες της "Ε", της "Κ.Ε" και του enet.gr μετά την Γενική Συνέλευση της Πέμπτης 25 Ιουνίου 2009:
-Εκφράζουμε την αλληλεγγύη μας προς τους συναδέλφους της εφημερίδας "Ελεύθερος Τύπος" και του ραδιοσταθμού "Σίτι και δηλώνουμε ότι συμπαραστεκόμαστε με κάθε τρόπο στον αγώνα που κάνουν.
-Καλούμε το Δ.Σ της ΕΣΗΕΑ να εξαντλήσει κάθε δυνατότητα στήριξης των αιτημάτων και των πρωτοβουλιών των εργαζομένων σ' αυτά τα δύο μέσα ενημέρωσης προκειμένου να αποτραπεί το κλείσιμο. Επίσης να διασφαλίσει τα εργασιακά, συνταξιοδοτικά και ασφαλιστικά τους δικαιώματα.
-Στηρίζουμε τις λύσεις της αυτοδιαχείρισης της εφημερίδας και του σταθμού εφόσον αυτή είναι και η θέληση και απόφαση των ίδιων των εργαζομένων σε αυτά.
Επειδή όμως η κρίση στον τύπο αποκτά μεγάλες διαστάσεις καλούμε επίσης το Δ.Σ της ΕΣΗΕΑ:
-Να επεξεργασθεί και να προωθήσει, προς τους εργοδότες και την κυβέρνηση συνολική και αξιόπιστη πρόταση για την έξοδο του Τύπου από την κρίση.
-Να πιέσει τους εργοδότες και την κυβέρνηση, να καθίσουν στο ίδιο τραπέζι για την προώθηση της παραπάνω πρότασης της με σαφείς και συγκεκριμένες δεσμεύσεις και εγγυήσεις υλοποίησης.
Η άρνηση τους θα συνιστά λόγο νέων κινητοποιήσεων.
-Να ξεπεράσει το συντομότερο δυνατό την εσωτερική του δυσλειτουργία, που υπονομεύει το ρόλο του και να προχωρήσει σε εκκαθάριση του μητρώου μελών.
-Θεωρούμε ότι η ποιότητα της ενημέρωσης μπορεί να λειτουργήσει ως ασπίδα στην κρίση και να ξανακερδίσει ο τύπος την εμπιστοσύνη των αναγνωστών που είναι το μεγάλο ζητούμενο τα τελευταία χρόνια.
-Το κλείσιμο ενός μέσου ενημέρωσης πλήττει κυρίως την πολυφωνία, το πολιτικό σύστημα και τον δημοσιογραφικό κλάδο και αυτή η διάσταση, πρέπει να αναδειχθεί στην παρούσα συγκυρία.

Και οι 450 απολυμένοι;

Οι επιχειρηματίες βλέπουν τις απολύσεις με τη λογική της διαχείρισης μιας κρίσης. Θα φωνάξουν οι εργαζόμενοι, θα καταγγείλουν , θα πάρουν τις αποζημιώσεις τους και θα φύγουν, αν και υπάρχουν περιπτώσεις που δεν καταβάλλονται ούτε και αυτές! Και πάμε για άλλα! **Εκείνοι που δεν έχουν μετά που να πάνε είναι οι εργαζόμενοι. Αυτοί με τις μικρές προσωπικές τους ιστορίες. Αν η Γιάννα και ο Θόδωρος Αγγελόπουλος, θα υποστούν μια μείωση της περιουσίας τους π.χ. κατά 200 εκατ. ευρώ, δεν σημαίνει πως θα χάσουν τα πάντα . Οι άλλοι όμως ; Τα ζευγάρια που δούλευαν στον Τύπο ; Εκείνοι που έχουν να επανακαθορίσουν τη ζωή τους : Υπάρχουν οι απλές σκέψεις : «Τι θα κάνουμε με το δάνειο», «θα κρατήσουμε τη γυναίκα που πρόσεχε το παιδί», πόσο πρέπει να περιορίσουμε τα έξοδά μας», χρειαζόμαστε και διακοπές» , «έζησα 20 χρόνια μέσα στον Ελεύθερο Τύπο, πως πετιέται έτσι μια ζωή» , «θα βρω δουλειά» , « τι θα κάνουμε»... **Μαύρες , αδιέξοδες σκέψεις και κατάθλιψη. Διότι είναι ένα επάγγελμα που πεθαίνει ή στην καλύτερη περίπτωση που μετεξελίσσεται σε κάτι άλλο απροσδιόριστο ακόμη. Πολλές φορές υπάρχει η κατηγορία για τους εργαζόμενους, πως δεν δουλεύουν πως δεν ματώνουν για τη φανέλα. Και ίσως να είναι πραγματικό, αλλά να αφορά λίγους, αυτούς που χρησιμοποιούν τα Μέσα , ως ορμητήριο για άλλες δουλειές στο δημόσιο, γραφεία Τύπου , πολιτικό lobbying , όπως και άλλοι που έχουν τα media για εργολαβίες, διόδια, πρωθυπουργίες, και προεδρίες της δημοκρατίας . Γι αυτό και με εκκωφαντικό τρόπο , προκύπτει πως, πολύ συχνά, οι εργαζόμενοι πονάνε περισσότερο τις επιχειρήσεις που δουλεύουν, από τους ίδιους τους ιδιοκτήτες τους.

Κανόνες ή παζάρια;

Καθημερινά 28 Ιουνίου 2009Tου Αλεξη Παπαχελα

Eίναι το κλείσιμο του «Ελεύθερου Τύπου» η αρχή του ξεφουσκώματος μιας ακόμη ελληνικής «φούσκας»; Αυτό είναι ένα κρίσιμο ερώτημα που θα απαντηθεί από τη ζωή τους επόμενους μήνες. Γεγονός είναι πως εδώ και πολλά χρόνια, όλοι οι ειδικοί σε θέματα Τύπου επισημαίνουν πως η Ελλάδα έχει πολύ περισσότερα κανάλια και εφημερίδες από όσα αντέχει ή από όσα της αναλογούν για το μέγεθος του πληθυσμού. Κάποιοι ισχυρίζονται πως αυτό είναι καλό για τη δημοκρατία μας και την πολυφωνία. Κάποιοι άλλοι πάλι πιστεύουν πως πίσω από την πανσπερμία των μέσων ενημέρωσης κρύβονται ελληνικές ιδιαιτερότητες, οι οποίες δεν είναι απαραιτήτως κολακευτικές για τη χώρα μας.

Μία φράση έκανε μεγάλη εντύπωση από την ανακοίνωση του Ιδρύματος Τύπου για το κλείσιμο της εφημερίδας: «Ενα μέσο ενημέρωσης δεν μπορεί να λειτουργεί με μεγάλες ζημίες και αυτό να συνεχίζεται επί μακρόν, χωρίς να δημιουργεί παρανοήσεις». Πράγματι, είναι λογικό κάποια μέσα ενημέρωσης να έχουν ζημίες φέτος λόγω της οικονομικής κρίσης. Πώς όμως και για ποιον λόγο μπορεί να υπάρχουν ΜΜΕ τα οποία συσσωρεύουν ζημίες και κανείς δεν δίνει λογαριασμό για το ποιος τα χρηματοδοτεί, προφανώς αδιαφανώς; Ισως έχει έλθει η στιγμή να εφαρμοσθεί η ιδέα που απαντάται στο εξωτερικό για το αρνητικό «πόθεν έσχες» στον χώρο των ΜΜΕ.

Ο Τύπος στην Ελλάδα έχει, όμως, μία ακόμη ιδιαιτερότητα. Οι πολιτικοί που έρχονται στην εξουσία αντιμετωπίζουν μια πλειάδα εκβιασμών από ιδιοκτήτες ΜΜΕ και πάντοτε, μα πάντοτε, ενδίδουν στις πιέσεις τους για προνομιακή μεταχείριση. Αλλοι δεν πληρώνουν ΙΚΑ, άλλοι ΟΤΕ, άλλοι παραβιάζουν κάθε εργατική νομοθεσία δημιουργώντας ένα εξαιρετικά ανθυγιεινό περιβάλλον για όσους κάνουν το λάθος να παίζουν με βάση τους επίσημους κανόνες και όρους του παιχνιδιού. Το περίεργο είναι πως από αυτή τη συναλλαγή ποτέ δεν βγαίνει κερδισμένη η όποια κυβέρνηση, πρώτον, γιατί της κάνει μεγάλη ζημιά η ταύτιση με τέτοιου τύπου συμφέροντα και δεύτερον, γιατί ο ευεργετηθείς εκδότης το «στρίβει» με την πρώτη αρνητική δημοσκόπηση.

Εν πάση περιπτώσει, είναι η ώρα να μπουν σαφείς και διαφανείς κανόνες στο πώς μοιράζεται η κρατική διαφήμιση και για το ποιες πρέπει να είναι οι σχέσεις κράτους και ΜΜΕ. Αν το κράτος αποφασίσει πως ο χώρος του Τύπου συνιστά πλέον προβληματικό κλάδο, θα μπορούσε να τον επιδοτήσει -όπως συνέβη στη Γαλλία- με ευρηματικούς τρόπους που θα τον βοηθήσουν να προσαρμοσθεί στις νέες πραγματικότητες. Αν όμως μπούμε σε ένα παζάρι όπου απλώς το κράτος θα θέλει να έχει «στο χέρι» διάφορα έντυπα, η ζημιά στην αξιοπιστία του Τύπου θα είναι μεγάλη.

Με το κλείσιμο του «Ελεύθερου Τύπου» αντιληφθήκαμε και στη δική μας αυλή πως υπάρχει κρίση στον Τύπο. Κανείς μας δεν μπορεί να προβλέψει αν και ποια κανάλια και εφημερίδες θα κλείσουν τα επόμενα 1-2 χρόνια. Σίγουρα υπάρχουν κραυγαλέες περιπτώσεις οι οποίες δικαιολογούνται μόνο επειδή οι ιδιοκτήτες τους έχουν βρει δημιουργικούς τρόπους να τα χρησιμοποιούν ως μέσο πίεσης για άλλες δραστηριότητες. Κάποιοι πιστεύουν πως τα ΜΜΕ στην Ελλάδα μπορεί να συνεχίζουν να επιβιώνουν με μεγάλες ζημίες, δραματική μείωση των διαφημιστικών τους εσόδων και μεγάλες αυξήσεις στους εργαζομένους. Η πραγματικότητα, όμως, είναι πολύ πιο σκληρή και άσχετα από το ποιος έχει δίκιο και ποιος άδικο, σημασία έχει να αρχίσει ένας ουσιαστικός διάλογος για το τι πρέπει να αλλάξει στον Τύπο στην Ελλάδα. Ο «Ελεύθερος Τύπος» μπορεί να έκλεισε λόγω υπερβάλλοντος ναρκισσισμού και της παγκόσμιας (όχι ελληνικής) κρίσης. Εκανε, όμως, ακόμη πιο ανάγλυφη τη σκληρή πραγματικότητα στον χώρο του Τύπου και την ανάγκη να σταματήσουν τα φαινόμενα της ανομίας και των ελληνικών ανωμαλιών στον χώρο των ΜΜΕ.

Σάββατο, 27 Ιουνίου 2009

«Φούσκες»

Καθημερινή 27.06.2009

Tου Aντωνη Kαρκαγιαννη

Όταν λέμε «φούσκα» όλοι καταλαβαίνουν τι εννοούμε, κυριολεκτικά ή μεταφορικά. Μόλις ακούμε τη λέξη αμέσως έχουμε μια εικόνα: το μπαλόνι, τη σαπουνόφουσκα, αλλά ανάλογα με τα συμφραζόμενα και το απόστημα. Είναι δύσκολο να περιγράψεις τη φυσική κατάσταση μιας σαπουνόφουσκας. Ξέρεις όμως ότι είναι ένα όμορφο με τους ιριδισμούς, αλλά και εξαιρετικά εύθραυστο κατασκεύασμα από νερό και σαπούνι, διαλύεται σε ελάχιστα δευτερόλεπτα και αποκαλύπτει το περιεχόμενό του, που είναι αέρας όχι και τόσο φρέσκος, δηλαδή τίποτα. Μεταφορικά όταν αναφερόμαστε στις σαπουνόφουσκες ενός ρήτορα εννοούμε τα όμορφα λόγια που και αυτά δεν έχουν κανένα περιεχόμενο.

Φαίνεται ότι από αυτή την απλή μεταφορά οδηγηθήκαμε σε πιο σύνθετες. Μιλάμε για «φούσκα του χρηματιστηρίου» και εννοούμε μια τεχνητή και υπερβολική διόγκωση των αξιών του, άχρηστα χαρτιά που ξαφνικά αποκτούν τόσο μεγάλη αξία, ώστε να διεγείρουν την κερδοσκοπική βουλιμία όλων μας και να πιστεύουμε ότι αγοράζοντας σε ευτελή τιμή ένα άχρηστο χαρτί αυτό θα πάρει αξία και θα κερδίζουμε μεγάλα ποσά. Ηταν τέτοια η κερδοσκοπική υστερία μας ώστε δεν πιστέψαμε τους ελάχιστους συνετούς που μας έλεγαν ότι είναι μια φούσκα που θα σπάσει και θα αποκαλύψει ότι περικλείει μόνο φρέσκο αέρα χωρίς καμιά αξία. Πολλοί έχασαν τα λεφτά τους και λίγοι και επιτήδειοι τα κέρδισαν.

Το χρηματιστήριο μας έδωσε το τέλειο σχήμα και την ακριβή έννοια της μεταφορικής φούσκας. Μικρού όμως μεγέθους και τοπικής σημασίας. Η παγκόσμια χρηματοοικονομική κρίση αποκάλυψε τεράστιες φούσκες. Εταιρείες και ονόματα, φίρμες για τις οποίες μιλήσαμε με θαυμασμό και δέος και νομίζαμε ότι περιείχαν αξίες και περιουσίες πολλών δισεκατομμυρίων. Ξαφνικά, μια μέρα και σε μια μέρα, οι φούσκες έσπασαν και ξεχύθηκε ο βρώμικος αέρας που περιείχαν δηλητηριάζοντας τη ζωή μας σε πλανητική κλίμακα.

Με την τραγική εμπειρία από αυτές τις δύο φούσκες σκέφτομαι μήπως και ο Τύπος στη χώρα μας, τα λεγόμενα μέσα ενημέρωσης γενικότερα, που όλοι τα φοβόμαστε, τα τρέμουμε και τα θαυμάζουμε, μήπως και αυτά είναι μια φούσκα που θα σπάσει και θα αποκαλύψει τον αέρα που περικλείει, φρέσκο ή βρώμικο.

Δεκάδες εφημερίδες στην πρωτεύουσα, εκατοντάδες σε όλη τη χώρα, με ελάχιστη κυκλοφορία, επιβιώνουν ανεξήγητα και παριστάνουν ότι έχουν μεγάλη αξία, οικονομική και ιδεολογική. Εκατοντάδες ραδιοφωνικοί και τηλεοπτικοί σταθμοί, σχεδόν σε κάθε πόλη και κωμόπολη. Οχι μόνο παριστάνουν ότι έχουν αξία, αλλά και πείθουν. Ακούμε απίθανες αγοραπωλησίες εκατοντάδων χιλιάδων ευρώ. Και στον περίγυρο μια στρατιά δημοσιογράφων και «δημοσιογράφων» με τη φιλοδοξία να δοξαστούν και να λάμψουν.

Είναι μια φούσκα που θα σπάσει και θα δηλητηριάσει τη ζωή μας με βρώμικο αέρα...

Βιολογικά μέντια

Βήμα 26.06.2009
του Βασίλη Μουλόπουλου

Η οικονομική κρίση, έλεγε πριν από λίγο καιρό μάνατζερ πολυεθνικής, αρχίζει από τις φωτοκόπιες. «Οταν σου παραγγέλνουν να χρησιμοποιείς και τις δύο όψεις του χαρτιού, η κρίση έχει έλθει». Το χαρτί δεν πρέπει να σπαταλιέται, αλλά η κρίση στα μέντια είναι δραματική. Χάνουν εδώ και χρόνια συνεχώς: κυκλοφορία, αναγνώστες, χρήματα, διαφήμιση. Η κυβέρνηση σώζει τράπεζες, σώζει αντιπροσώπους αυτοκινήτων, σώζει ξενοδόχους, αλλά όχι εφημερίδες. Οι 450 εργαζόμενοι στον «Ελεύθερο Τύπο» (αλλά και οι εκκαθαρίσεις σε Αντέννα, «Ξένιο»,
«Εξπρές» κτλ.) την αφήνουν παγερά αδιάφορη. Και όμως η σωτηρία των μέντια, λένε όλοι, είναι υπόθεση Δημοκρατίας.

Η φούσκα στη βιομηχανία της ενημέρωσης έσκασε, όπως πριν από έναν χρόνο είχε σκάσει η φούσκα των σύνθετων τραπεζικών προϊόντων. Σήμερα φαίνονται ότι όλα (μέντια, αυτοκίνητα, παπούτσια, τράπεζες) είναι παράγωγα.

Ενα χρηματικό προϊόν η αξία του οποίου ουδείς πλέον γνωρίζει σε τι αντιστοιχεί. Ετσι οι αναδιαρθρώσεις εις βάρος των εργαζομένων έχουν εύκολη δικαιολογία γιατί, όπως εξηγεί ο ίδιος μάνατζερ, «αυτοί οι καιροί είναι μια χρυσή ευκαιρία να εξασφαλίσουμε διευκολύνσεις από το κράτος και ταυτόχρονα να τακτοποιήσουμε τα εσωτερικά της επιχείρησης». Και οι «τακτοποιήσεις» έχουν ήδη ξεκινήσει: απολύσεις, μείωση μισθών, επισφαλής εργασία. Αλλά το αποτέλεσμα είναι αμφίβολο. Η «εξυγίανση» δεν θα εξυγιάνει της επιχειρήσεις των μέντια.
Απλώς θα απαξιώσει ακόμη περισσότερο το προϊόν, θα το κάνει ακόμη πιο άχρηστο στους καταναλωτές της πληροφόρησης.

Υπάρχει ελπίδα; Μόνο μία: να επιστρέψουμε στις θεμέλιες αρχές της δημοσιογραφίας. Μέντια και δημοσιογράφοι ελεύθεροι και αξιόπιστοι, με περισσότερο σεβασμό στην είδηση, με περισσότερη ελευθερία στις ιδέες, με λιγότερη έκπτωση στη δεοντολογία.

Η πληροφόρηση σήμερα είναι ένα προϊόν που βλάπτει σοβαρά την υγεία γιατί έχει μολυνθεί από κάθε είδους ψεύδη, χειραγωγήσεις, αλλοιώσεις, στρεβλώσεις. Η περίπτωσή της- γράφει ο διευθυντής της εφημερίδας «Μonde Diplomatique» Ιgnazio Ramonet- είναι παρόμοια με το διατροφικό ζήτημα. Η αφθονία της παραγωγής αγροτικών προϊόντων χάριν των νέων τεχνολογιών - στην Ευρώπη και στην Αμερική- έδωσε φθηνά τρόφιμα, αλλά ανακαλύπτουμε ότι πολλά από αυτά είναι προβληματικά. Προκαλούν μακροχρόνιες ασθένειες, καρκίνους, μολύνσεις. Αν στο παρελθόν πέθαιναν
άνθρωποι από την πείνα, σήμερα πεθαίνουν τρώγοντας τοξικές τροφές.

Το ίδιο και η πληροφόρηση. Στο παρελθόν ήταν προϊόν σπάνιο. Σήμερα ξεχειλίζει από κάθε μεριά και απειλεί να μας πνίξει. Αλλά όπως και τα τρόφιμα έχει γίνει τοξική και οι πολίτες την αποφεύγουν.

Γι΄ αυτό- προτείνει ο Ramonet- είναι απαραίτητο να εκπονήσουμε μια «οικολογία της πληροφόρησης».

Πρέπει να παράγουμε βιολογικά προϊόντα πληροφόρησης και να πείσουμε τους πολίτες να τα δοκιμάσουν.

Ισως είναι μια απελπισμένη προσπάθεια, αλλά δεν υπάρχει άλλη.

vmoulopoulos@tovima.gr

Τα media είναι οι άνθρωποί τους

SportDay 22.12.2007

του Βασίλη Κουφόπουλου

Υπάρχει τα τελευταία χρόνια στα ελληνικά media, για να δικαιολογηθούν οι αλλεπάλληλες αποτυχίες , υπάρχει μια βασική δικαιολογία. Για όλα φταίνε οι άλλοι και κυρίως οι εργαζόμενοι. Είναι έτσι;

Τα media και ειδικά τα ελληνικά που διαπλέκονται μέχρι τέλους , είναι οι πιο δύσκολες επιχειρήσεις. Η πείρα δείχνει πως αν κάποιος έρθει , από άλλο οικονομικό κλάδο και προσπαθήσει να διοικήσει επιχείρηση media, θα αποτύχει αν δεν αντιληφθεί την πολυεπίπεδη λειτουργία τους. Αντιθέτως, αν έχει περάσει κάποιος από την ηλεκτροφόρα καρέκλα του διευθυντή ενός ΜΜΕ τότε μπορεί να κάνει τα πάντα. Τα περισσότερα ελληνικά media, είναι πολυπλεκόμενα, ελλειμματικά και σε σχέση αλληλεξάρτησης με την πολιτική εξουσία, η οποία και την τροφοδοτεί είτε με έργα, στους ισχυρούς εκδότες , είτε με κρατική διαφήμιση , στους μικρούς και τους μεσαίους.

Εσχάτως, μια νέα γενιά επιχειρηματιών, εφοπλιστές και άλλοι μπήκαν στο χορό , έτοιμοι να αλώσουν τα πάντα. Θεωρούν και πιστεύουν πως η δύναμη ενός Μέσου, στηρίζεται κυρίως στην ισχύ των επιχειρηματιών τους, αλλά όπως λένε και τα Μαθηματικά κάτι τέτοιο είναι ικανή συνθήκη αλλά όχι και αναγκαία. Έτσι λοιπόν προβαίνουν κατά καιρούς σε πληθώρα άσκοπων προσλήψεων , συγκέντρωσης των υποτιθέμενων ισχυρότερων ονομάτων, επενδύουν σε πολυτελή κτίρια, σε δημόσιες σχέσεις σε συμβούλους από το εσωτερικό και το εξωτερικό και ξεχνούν το βασικό.

Πως, για την παραγωγή των ειδήσεων του βασικού προϊόντος που πουλάνε τα Μέσα Ενημέρωσης τους, χρειάζονται και άνθρωποι να το παράγουν και να το εμπορεύονται. Αν δεν εξασφαλίσεις το μέλλον τους, αν δεν τους διαμορφώσεις ένα πλαίσιο ελεύθερης λειτουργίας, τότε εξαρχής έχεις επενδύσει στην αποτυχία σου. Οι πλέον πετυχημένες εφημερίδες της χώρας , με ευτυχισμένους εργαζόμενους και επιχειρηματίες με κερδοφόρους ισολογισμούς και πολιτική ισχύ, είναι εκείνες που επένδυσαν στους ανθρώπους τους. Ανά διετία ή τριετία στα ελληνικά media, υπάρχει και ένας «κομήτης». Περνάει ανεβάζει το κόστος λειτουργίας στα ύψη, πληρώνει ένα συρφετό ακριβοπληρωμένων λαμόγιων και ύστερα αναρωτιέται γιατί έχασε τα λεφτά του.

Δευτέρα, 1 Ιουνίου 2009

"Υποβαθμίζεται η ενημέρωση

Το κείμενο διαμαρτυρίας των εργαζομένων στην τηλεόραση του Σκάι, μετά την απόλυση των 6 δημοσιογράφων

Εμείς, οι δημοσιογράφοι της Τηλεόρασης του ΣΚΑΪ διαμαρτυρόμαστε εντονότατα για τις συνεχόμενες και κλιμακούμενες απολύσεις που παρατηρούνται το τελευταίο διάστημα στον εργασιακό μας χώρο. Ανησυχούμε ότι οι απολύσεις αυτές ενδέχεται να σηματοδοτούν την αλλαγή του ενημερωτικού χαρακτήρα του σταθμού, όπως αυτός ορίζεται από το νόμο και την άδεια λειτουργίας του. Η εξέλιξη αυτή, εκτός από την υποβάθμιση του προϊόντος του σταθμού, θέτει σε κίνδυνο τις θέσεις εργασίας μας.

Είμαστε ιδιαιτέρως ενοχλημένοι επίσης και από τον τρόπο με τον οποίο κοινοποιήθηκαν οι συγκεκριμένες απολύσεις, καθώς οι συνάδελφοί μας ενημερώθηκαν για την απόλυσή τους – όχι από τον επικεφαλής Διευθυντή τους- αλλά από τον Προσωπάρχη και αυτό κατόπιν δικής τους πρωτοβουλίας, καθώς ανακάλυψαν ότι στον Τραπεζικό τους λογαριασμό μαζί με τον μισθό του Μαϊου, είχαν κατατεθεί από νωρίς το πρωί τα επιδόματα και η αποζημίωση που δικαιούνταν ως απολυμένοι.

Δια του παρόντος λοιπόν δηλώνουμε ότι οι απολύσεις, που έχουν ξεκινήσει από τα τέλη Δεκεμβρίου του 2008 και κλιμακώνονται, κρίνονται από το σύνολο των δημοσιογράφων του ΣΚΑΪ ως απαράδεκτες. Είμαστε πλήρως αντίθετοι και θα αντιδράσουμε δυναμικά σε περαιτέρω κλιμάκωση των απολύσεων στο μέλλον.

Για όλους αυτούς τους λόγους και θέλοντας να προστατεύσουμε την εργασία μας, αποφασίζουμε τη διενέργεια προειδοποιητικής τρίωρης στάσης εργασίας από τις 16.00 ως τις 19.00 σε ημέρα που θα ορίσει το Σωματείο μας, διεκδικώντας:

-Τη διατήρηση του ενημερωτικού χαρακτήρα του σταθμού
-Την ανάκληση των απολύσεων
-Τη διασφάλιση των θέσεων εργασίας όλων των εργαζομένων του ΣΚΑΪ.

Οι εργαζόμενοι δημοσιογράφοι στην Τηλεόραση του ΣΚΑΪ

Πέμπτη, 14 Μαΐου 2009

Χρήματα υπάρχουν

του Βασίλη Κουφόπουλου

Η συνολική ετήσια διαφημιστική δαπάνη σύμφωνα με τους διαφημιζόμενους ανέρχεται σε 1,2 δισ. ευρώ. Και η ετήσια δαπάνη στην τηλεόραση, ανέρχεται περίπου στα 700 εκατ. ευρώ. Διαφημιστές και ιδιοκτήτες τηλεοπτικών σταθμών εκτιμούν πως η πτώση στην τηλεόραση θα είναι της τάξης του 30%-40% δηλαδή από τα 700 εκατ. ευρώ στα 450 εκατ. ευρώ, ενώ διαπιστώθηκε σημαντική μείωση της δαπάνης στο τελευταία τρίμηνο του 2008

Το 2008 όμως ο ΑΝΤ1 πούλησε το σταθμού Nova Televizia στη Βουλγαρία στη Σκανδιναβική Modern Times Group προς 620 εκατ. ευρώ. Η δε NetMed NV πουλήθηκε από τον όμιλο Naspers στη Forthnet προς 490 εκατ. ευρώ, μεταβίβαση που έφερε στα ταμεία του Mega ,που είχε το 12,5% της εταιρείας, περίπου 53-54 εκατ. ευρώ. Επίσης το 2007 με την οριστική κατάργηση (5%) του ειδικού φόρου τηλεόρασης, είχε ως ευεργετικό αποτέλεσμα για τους σταθμούς εθνικής εμβέλειας , φέρνοντας επιπλέον 80 εκατ. ευρώ στην αγορά, τα οποία αποκόπηκαν από τον κρατικό προϋπολογισμό. Ο Δ. Κοντομηνάς πούλησε το 66,66% του Alpha στο RTL προς 125, εκατ. ευρώ Αυτά είναι τα επιπλέον κέρδη που διανεμήθηκαν στην αγορά

Τώρα ας δούμε τι πληρώνουν απευθείας οι πολίτες για τα ΜΜΕ. Μετά την αύξηση του ανταποδοτικού τέλους υπέρ της ΕΡΤ, το σταθερό έσοδο για την κρατική ραδιοτηλεόραση , ανήλθε για το 2008 σε 298,9 εκατ. ευρώ και αναλογικά για το 2007 σε 291 εκατ. ευρώ. Στο χώρο του Τύπου ως το 9μηνο του 2008 η Ένωση Ιδιοκτητών Ημερησίων Εφημερίδων Αθηνών εκτιμούσε πως η κρατική διαφημιστική δαπάνη έφτασε τα 54,7 εκατ. ευρώ, δηλαδή ήταν στο 16,09% της συνολικής έντυπης διαφήμισης. Οι ίδιοι οι εκδότες , στον ετήσιο απολογισμό τους, υπογράμμιζαν πως «το Κράτος αρνείται να δώσει στοιχεία για τα συνολικά ποσά που εκταμιεύει για κάθε διαφήμιση σε σύγκριση με τα ποσά που καταβλήθηκαν για τη διαφήμιση αυτή στα διαφημιστικά Μέσα, διότι όπως σημειώνουν «είμαστε βέβαιο ότι από τη σύγκριση αυτών των καταβολών θα προέκυπτε ότι το μεγαλύτερο μέρος της Κρατικής Διαφημιστικής δαπάνης εμφανίζεται να περιέρχεται στις διαφημιστικές εταιρείες.

Και είναι οι ίδιοι οι εκδότες που επικαλούμενοι υπόμνημα της Ένωσης Διαφημιστικών Εταιρειών Ελλάδος προς τον πρώην υπουργό Τύπου , Θ. Ρουσόπουλο, υποστηρίζουν πως «υπάρχουν ενδείξεις ότι η διακίνηση του λεγόμενου <<μαύρου χρήματος> γίνεται και δια των διαφημιστικών εταιρειών». Πρόσφατα διαφημιστές και διαφημιζόμενοι σε συνέδριο τους υποστήριξαν πως τα ΜΜΕ έφεραν με τον τρόπο που παρουσίασαν το θέμα νωρίτερα την κρίση στην Ελλάδα. Όμως για μαύρο χρήμα στα ΜΜΕ μιλούν ο Στέφανος Μάνος και η «Καθημερινή» με αφορμή την παράταση για ακόμη 3 χρόνια του καθεστώτος που επιτρέπει στις επιχειρήσεις Τύπου να διαχειρίζονται το 2% επί του τζίρου τους χωρίς παραστατικά ακόμη και αν είναι ζημιογόνες. Οι απολύσεις για τους εργαζόμενους , τα κρυφά μπόνους για τους ίδιους.

Όλα αυτά βέβαια δεν σημαίνουν πως δεν υπάρχουν επιχειρήσεις που κινδυνεύουν . Το αντίθετο . Τα κόλπα στους ισολογισμούς των επιχειρήσεων δεν χρειάζονται ειδικές γνώσεις για να φανερωθούν, αφού παρά τα τεράστια ποσά που άντλησαν οι επιχειρήσεις από το χρηματιστήριο, κινδυνεύουν σήμερα, από τις επιλογές του παρελθόντος και τον υψηλό δανεισμό. Δε, μια αλλαγή στο καθεστώς του αγγελιοσήμου που θα τους ανάγκαζε να καταβάλλουν εισφορές στους εργαζόμενους, θα ήταν ίσως και η «ταφόπλακά» τους.

«Σωσίβιο» όμως πάντοτε για τους ισχυρούς του Τύπου είναι τόσο η είσοδος διαφόρων νεοφερμένων στο χώρο που αγοράζουν ζημιογόνες επιχειρήσεις, όσο και η πατροπαράδοτη ελληνική διαπλοκή.



*Το άρθρο δημοσιεύτηκε στην έκδοση της Συσπείρωσης "Ανοιχτή γραμμή"

Δευτέρα, 30 Μαρτίου 2009

Επαναπρόσληψη ή απεργία

Την επαναπρόσληψη της Αγγελική Γεωργοπούλου ζητούν ομόφωνα οι εργαζόμενοι στο «Κέρδος». Ο συνδικαλιστικός εκπρόσωπος των εργαζόμενων Tζώρτζης Ρούσσος σε επιστολή του προς τον πρόεδρο και τα μέλη του ΔΣ της ΕΣΗΕΑ σημειώνει επίσης πως η συνέλευση των εργαζομένων ζητάει «να υπάρξει ρητή δέσμευση της εργοδοσίας ότι δεν θα υπάρξουν νέες απολύσεις εντός της εφημερίδας» αλλά και να ληφθεί «άμεση απόφαση για κλιμακούμενες απεργιακές κινητοποιήσεις με αφετηρία την προκήρυξη 24ωρης απεργιακής κινητοποίησης έως ότου επιστρέψει η απολυθείσα συνάδελφος».

Σάββατο, 21 Μαρτίου 2009

Δούλευαν ως και 20 ώρες τη μέρα, 7 μέρες τη βδομάδα

Στη Δικαιοσύνη αποφάσισαν να προσφύγουν εργαζόμενοι της εταιρίας παραγωγής Fremantle στο Λος Άντζελες, για να καταγγείλουν τις απαράδεκτες συνθήκες εργασίας. Πρώην και νυν υπάλληλοι της εταιρίας, η οποία έχει δημιουργήσει πολλά reality show όπως το American Idol, καταθέτουν αγωγή επειδή αναγκάστηκαν να δουλεύουν έως και 20 ώρες την ημέρα, 7 ημέρες την εβδομάδα, χωρίς να πληρώνονται υπερωρίες και χωρίς διάλειμμα για φαγητό ή ξεκούραση. Και σαν να μην έφθαναν όλα αυτά, η εταιρία δεν τους παρείχε ασφάλιση, ενώ τους υποχρέωνε να δηλώνουν ψεύτικη ώρα προσέλευσης και αναχώρησης, ώστε να μην γίνονται αντιληπτά τα εξαντλητικά ωράρια εργασίας. Όλα αυτά αποτελούν παραβίαση της νομοθεσίας απασχόλησης της Καλιφόρνια. Φυσικά, κάποια στιγμή το ποτήρι ξεχείλισε και κάποιοι εργαζόμενοι αποφάσισαν να ξεσηκωθούν κατά αυτού του καθεστώτος δουλείας. Οι εκπρόσωποι της εταιρίας τηρούν σιγή ιχθύος. Και αν μιλούσαν τι θα μπορούσαν να πουν άλλωστε; (πηγή: media-industry.blogspot.com, Βασιλική Κοτζιά)

Πέμπτη, 19 Μαρτίου 2009

Αντίσταση τώρα

Ο κατ’ εξοχήν κλάδος της οικονομίας στην Ελλάδα που αξιοποιεί, αυτήν την εποχή, προσχηματικά τη διεθνή κρίση για να περικόψει θέσεις εργασίας και να πάρει πίσω εργασιακά δικαιώματα, είναι οι επιχειρήσεις Τύπου και ΜΜΕ. Και εξηγούμαι: οι «βιώσιμες», με αυστηρά λογιστικά κριτήρια, επιχειρήσεις Ενημέρωσης, πολύ πριν την οικονομική ύφεση, ήταν έτσι κι αλλιώς ελάχιστες. Τα πολλά λεφτά που έριχναν στον παράλογα πληθωρικό τομέα των ΜΜΕ διάφοροι μεγαλοεπιχειρηματίες, δεν αντιστοιχούσαν στην προσδοκία άμεσου κέρδους. Για άλλους
λόγους -λίγο πολύ γνωστούς- πραγματοποιούνταν και συνεχίζουν να πραγματοποιούνται «επενδύσεις» στην Ενημέρωση και την Ψυχαγωγία, με νέους πλέον εκατομμυριούχους «παίκτες» (λ.χ Αγγελόπουλοι, Λαυρεντιάδης, Ρέστης, Μαρινάκης, Γιαννίκος, κ.ά).

Η μεγάλη πτώση στις πωλήσεις των ημερήσιων κυρίως εφημερίδων ή η υποχώρηση της ακροαματικότητας των κλασικών ενημερωτικών ραδιοσταθμών λ.χ, δεν είναι ένα γεγονός σημερινό που συνδέεται με την οικονομική ανέχεια των πολιτών και την πτώση της διαφήμισης που υποτίθεται ότι τα στηρίζει, αλλά αποτελεί εξέλιξη που σχετίζεται με το περιεχόμενο τους, με ευρύτερους κοινωνικοπολιτικούς παράγοντες και ιδίως με την ραγδαία ανάπτυξη των ψηφιακών μέσων ενημέρωσης (Internet), την καθήλωση στην τηλεόραση όλο και περισσότερων πολιτών, την
ανάπτυξη «ψυχαγωγικών» ΜΜΕ, free press κ.λπ.

Ασφαλώς, λοιπόν, εκείνο που θα κριθεί το επόμενο διάστημα στον Τύπο και στα ΜΜΕ, όσο η οικονομική ύφεση θα αποδιοργανώνει βίαια την κοινωνία, είναι η ικανότητα και η δυνατότητα των συνδικαλιστικών οργανώσεων (δημοσιογράφων, τεχνικών και διοικητικών) να οργανώσουν ένα σχέδιο ουσιαστικής αντίστασης στις προσχηματικές απολύσεις και στην αγριότερη υποβάθμιση των εργασιακών σχέσεων και της κοινωνικής ασφάλισης.

Η πρόβλεψη δεν μπορεί να είναι αισιόδοξη για δύο βασικούς λόγους:

· Οι ηγεσίες των Ενώσεων του Τύπου έχουν ήδη δοκιμαστεί τα προηγούμενα χρόνια της «ελαστικοποίησης» και της διαφθοράς στον κλάδο και έχουν αποτύχει τόσο στον ιδιωτικό όσο και στον δημόσιο τομέα (λ.χ."συμβασιούχοι", "μπλοκάκια", αλλά και πολυθεσίες, αργομισθίες στην ΕΡΤ)

· Η ίδια η Ενημέρωση και συνεπώς και οι άνθρωποί της χάνουν σε μεγάλο βαθμό την όποια κοινωνική αποδοχή και αξιοπιστία τούς είχε απομείνει από τις «εύκολες» εποχές της οικονομικής «ανάπτυξης» –τότε που αυξανόταν ιλιγγιωδώς το ΑΕΠ, υποχωρούσε η αξία της εργασίας, κατέρρεε το κοινωνικό κράτος, αλλά μεγάλωναν οι πάσης φύσεως «φούσκες» και οι αθέατες μπίζνες της δημοσιογραφικής αριστοκρατίας.



Δημήτρης Τρίμης, δημοσιογράφος, μέλος του Δ.Σ. της ΕΣΗΕΑ
(Από τη δεκαπενθήμερη εφημερίδα ΕΡΓΑΤΙΚΗ ΑΡΙΣΤΕΡΑ, 18/9/2009)